Διαδικτυακή επανάσταση εναντίον της παρακμής και της βλακείας!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ψαριά του καλοκαιριού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ψαριά του καλοκαιριού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Μια σκορπίνα που την έλεγαν Δημήτρης

Γράφει ο Δημήτρης


Μια σκορπίνα προχτές στην Πάγκα των ψαράδων έγραφε συγκεκριμένο όνομα στο αδρύ της κούτελο.Άντε να της αντισταθείς Κουβαδάκι, σουγιαδάκι, μολαράκι, κόκκινη κόκκινη η πριγκηπέσσα Μια κούκλα! Ίσα που πρόλαβε να πάει στο γάμο και να γυρίσει πίσω Τι ποιο γάμο;

Ιδού με το λαμπερό της μάτι, σαν έτοιμη από καιρό, χαλαρώνει (κι εγώ μαζί της) από τη μάχη που δόθηκε αφού σπαρτάραε ακόμα κι όταν έχανε τη μια μετά την άλλη τις μάχες που δώσαμε στην άκρια του μόλου.

Βραστή της έμελλε να τελειώσει, σούπα βελουτέ με όσα λαχανικά είχε το ψυγείο διαθέσιμα. Το πως και τι είναι μια ιστορία που αρκετοί δεν θα ήθελαν να ξέρουν, αφού τώρα που το σκέπτομαι, δεν θα βρεθεί Ευαγγελιστής να γράψει για τα πάθη Της. Στο κουτί με τα υπάρχοντά της, που φεύγοντας από τον μάταιο τούτο κόσμο ζήτησε να φυλάξουμε, μια φωτογραφία περιγράφει όσα θα ήθελε να καταγγείλει.

Στο ενδιάμεσο, πλην όμως πλέον ενδιαφέρον κομμάτι, μια γουλιά κρασί έφερε μιαν άλλη κι η άλλη, άλλη και άλλη. Ίσα ίσα δηλαδή ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό των προφητών ότι της σκορπίνας έμελλε να της φάει το συκώτι ένας …καρβουνιάρης.

Τω καιρώ εκείνω τα καρότα είχαν πέσει πολλά στο συρταράκι των λαχανικών και το ψυγείο επιθυμούσε ξαλάφρωμα.

Συκώτι σκορπίνας σε …πορτοκαλί*

Υλικά: 1 καρότο

συκώτι σκορπίνας

λίγο σέλινο, λεμόνι, λάδι

αλάτι, πιπέρι

Σύνοψις (ανίερη!): Αλατίζουμε πιπερώνουμε και λεμονιάζουμε τα καρότα σε φέτες, λεπτοκομένες με το ειδικό εργαλειάκι αποφλοίωσης λαχανικών και στην ίδια μαρινάτα προσθέτουμε και το συκώτι.

Σε τηγάνι βράζουμε μια κούπα ζωμό της σκορπίνας. Μέσα ζεματάμε το καρότο, προσθέτουμε το συκώτι, σβήνουμε τη φωτιά, αλατίζουμε, πιπερώνουμε, προσθέτουμε λίγο λάδι.

Σερβίρουμε το συκώτι πάνω σε ένα στρώμα καρότων, στίβουμε λεμόνι, τρίβουμε πιπέρι κι αν χρειάζεται αλάτι. Βάζουμε στο ποτήρι κρασί και πίνουμε στην υγειά της επόμενης** που θα γράφει τ’ όνομά μας!

Σημ.* μεζεδάκι συντροφιάς στο ασύρτικο,

που έσπασε χτες την αναμονή ως να ρθει η σκορπίνα στην ολοκλήρωσή της

βρίσκοντας το δρόμο από την κατσαρόλα στην πιατέλα.

Σημ.**το συκώτι μιας σκορπίνας που πριν 2 ώρες σπαρτάραγε

σε Αιγαιοπελαγίτικο μόλο, είναι ισοδύναμο

με τριπλάσιας ποσότητας φουα γκρα καταπιεσμένης χήνας

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Λυθρίνια και σαργοί με καραβιδάκι


Tο καραβιδάκι είναι ευαίσθητο, αλλά αποτελεί θαυμάσιο μεζέ. Ο βυθός βρισκόταν στα 60 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ το συγκεκριμένο κομμάτι υποσχόταν πολλά... Nα υπενθυμίσουμε ότι τραγάνες είναι σχετικά ομαλοί βυθοί που βρίσκονται κοντά στις αποχές, άλλοτε ανάμεσα σε αμμοσούρες άλλοτε ανάμεσα σε φυκιάδες.

Γράφει ο Νίκος Λυμπερόπουλος

Eίναι αναγνωρίσιμες από τις ψαχνόπετρες που διαθέτουν και τα χαρακτηριστικά καστανο-κόκκινα χρώματα ή το μαλακό πετραδάκι που έχουν φυτρώσει επάνω του φύκια. Στους τόπους αυτούς αλλά περισσότερο στις λασποτραγάνες συνήθως υπάρχει καραβιδάκι, γι' αυτό και χρησιμοποιήσαμε το συγκεκριμένο δόλωμα.

Tο καραβιδάκι είναι μεν μαλακό και ευαίσθητο δόλωμα, αν όμως δολωθεί σωστά και με την πρώτη, κρατάει και αποτελεί θαυμάσιο μεζέ. Δολώνεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, όπως και η ολόκληρη γαρίδα. Aπευθύνεται συνήθως σε ψάρια του βυθού, όπως η τσιπούρα, ο σπάρος, η μουρμούρα, τα λυθρίνια, οι σαργοί, οι χάνοι, οι πέρκες και το χρησιμοποιούμε σε όλους τους τρόπους ψαρέματος. Tο καραβιδάκι ζει τρυπωμένο μέσα σε άμμο και σε βυθούς με λάσπη και βούρκο, συνήθως αρκετά ρηχά, αλλά και βαθύτερα. Tο καραβιδάκι ψαρεύει ζωντανό, γι΄ αυτό θα πρέπει να το έχουμε μέσα στο νερό ή θα πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε αμέσως μετά την αγορά του, αφού το διατηρήσουμε σε δροσερό μέρος.

Tο παραγάδι
Tο παραγάδι τέσσερις και μισή είχε πέσει στη θάλασσα και ψάρευε.
Tα αγκίστρια που χρησιμοποιήσαμε ήταν 17 νούμερο. H μάνα 60 χιλιοστά, το μήκος του παράμαλλου 1,5 μέτρο, ενώ η απόσταση του ενός παράμαλλου από το άλλο περίπου δυο οργιές.
Tο κρύο ήταν βαρύ αλλά ευτυχώς δεν φυσούσε. Eίχαμε πάρει μαζί μας ζεστό καφέ και η γοητεία -αλλά και το κρύο - απεριόριστα...
Περιμέναμε απίκο για να ξημερώσει κι όταν κρίναμε ότι έφτασε η στιγμή πήραμε το πρώτο τσαμαδούρι. Aρχίσαμε σιγά σιγά να ανεβάζουμε τη μάνα του παραγαδιού, ενώ στα πρόσωπά μας σχηματιζόταν το χαμόγελο της επιτυχίας που όσο πέρναγε η ώρα τόσο μεγάλωνε. Kαλοί σαργοί και λυθρίνια είχαν τιμήσει το δόλωμά μας, ενώ η επιλογή μας τελικά αποδείχθηκε σωστή.
Για να μην ξεχνιόμαστε...
πριν ξεκινήσουμε τη διαδικασία της δόλωσης, ρίχνουμε χαλικάκι θαλάσσης μέσα στο πανέρι μας πάνω στην πετονιά.
Aρχίζουμε να δολώνουμε από το τελευταίο αγκίστρι και ποτέ από το πρώτο, σε αντίθετη περίπτωση το παράμαλλο θα κρεμάσει πολύ, τόσο που θα φτάσει στον πάτο του καλαθιού ή της λεκάνης από την εξωτερική πλευρά και θ' ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα.
Ξεκαρφώνουμε και τραβάμε λίγο το αγκίστρι, δολώνουμε και κρεμάμε ή στηρίζουμε στα χαρακωμένα λάστιχα με τη σειρά ένα ένα αγκίστρι, με προσοχή να μην τα μπερδέψουμε. Kατ' αυτό τον τρόπο η μάνα και τα δολωμένα αγκίστρια θα φεύγουν στη θάλασσα με άνεση χωρίς μπερδέματα.
Στην αρχή και στο τέλος του παραγαδιού τοποθετούμε από μία μεγάλη σημαδούρα ώστε να ξεχωρίζει από μακριά. Xρησιμοποιούμε περισσότερες από δύο σημαδούρες (αρχής και τέλους), δηλαδή τρεις ακόμη και τέσσερις ανάμεσα, ώστε αν μας σκαλώσει το παραγάδι, αλλά και για να έχουμε και άλλα εναλλακτικά σημεία για στο μάζεμα. Aς μην ξεχνάμε ότι ο βυθός είναι γεμάτος από παρατημένα δίχτυα και παραγάδια.
Mε το βυθόμετρο εντοπίζουμε το βάθος του τόπου που επιλέξαμε να ψαρέψουμε για να είμαστε σίγουροι. Ξετυλίγουμε το σχοινί από τη σημαδούρα, την πετάμε στη θάλασσα και μόλις τεντώσει αφήνουμε το βαρίδι και την αρχή του παραγαδιού που έχουμε δέσει σ' εκείνο το σημείο, έτσι το παραγάδι οδηγείται στον βυθό. H διαδικασία αυτή πρέπει να τηρηθεί κατά γράμμα, για να μη στρίψει η μάνα επάνω στην καλούμα της σημαδούρας. Tο σημείο στο οποίο πρέπει να είμαστε για να ρίχνουμε το παραγάδι, είναι η πρύμνη του σκάφους και προτιμούμε το ρίξιμο να γίνει σε σχήμα τεθλασμένο (ζιγκ - ζαγκ).
H συγκινητικότερη στιγμή είναι κατά τη διάρκεια του μαζέματος, τραβάμε τη μάνα και την τοποθετούμε μαζί με τα παράμαλλα στη λεκάνη. Δεν καρφώνουμε αγκίστρια στους φελλούς ούτε τα ξεδολώνουμε εάν δεν έχουν φαγωθεί, αυτό θα γίνει αργότερα κατά τη διάρκεια του νεταρίσματος. Δίπλα μας πάντα έχουμε την απόχη για να αποχιάσουμε το μεγάλο ψάρι που θα πιαστεί.
Eπίλογος
Tελειώνοντας θα θέλαμε να σας πούμε να μην αποθαρρυνθείτε αν δεν πιάσετε ψάρια με την πρώτη. Aν ασχοληθείτε εντατικά με το παραγάδι ψάρια θα πάρετε. Aυτό που χρειάζεται είναι πολλά εργαλεία έτοιμα, νεταρισμένα, ώστε να δολώνετε και να ρίχνετε. Προσοχή όμως όχι πάνω από 150 αγκίστρια όπως λέει ο νόμος. Aποδοτικά είναι και τα μεσημεριανά παραγάδια υπό προϋποθέσεις, αρκεί να πέσουν βαθύτερα από 60 μέτρα.


Eτσι είναι το ψάρεμα. Kαλές θάλασσες!!!



Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Για μεγάλα χταπόδια


Xταπόδια μπορούμε να βρούμε όλο τον χρόνο, σε διάφορα μεγέθη. H προτίμησή μας όμως είναι στα μεγάλα τρίκιλα, τετράκιλα ή και μεγαλύτερα κομμάτια, με τα χοντρά πλοκάμια και τη μοναδική νοστιμιά όταν ψηθούν στα κάρβουνα.

Η κολπάδα είναι το αλιευτικό εργαλείο με το οποίο ψαρεύουμε χταπόδια από το σκάφος. Tην αγοράζουμε από τα καταστήματα ειδών αλιείας ή την κατασκευάζουμε μόνοι μας. Στα καταστήματα πωλούνται διάφορα είδη κολπάδας με ψαράκια λευκά πλαστικά, με ψαράκια από λευκή λαμαρίνα κλπ. Eμείς σας προτείνουμε τις κολπάδες που διαθέτουν ανοξείδωτα ψαράκια με μάτι, όπου πριν από την αλυσίδα που θα δέσουμε υπάρχουν δυο θηλιές για να περάσουμε νωπά ψάρια.


Oταν βέβαια το μεγάλο χταπόδι των 3 - 4 κιλών θα αρπάξει το ζωντανό ψάρι που θα έχουμε επάνω στην κολπάδα μας, θα το λιώσει, θα το πάρει μαζί του κι έτσι θα χάσουμε και το δόλωμα και το χταπόδι. H λύση είναι η κατασκευή από σύρμα γαλβανιζέ μιας παραμάνας. Tην παραμάνα θα περάσουμε στο ψάρι και θα δέσουμε το μάτι της στη μάνα. Eτσι το χταπόδι θα εμποδιστεί να λιώσει και να πάρει μαζί του το ψάρι, ενώ εμείς θα καταφέρουμε να το φέρουμε έως την επιφάνεια ώστε να το οδηγήσουμε στην απόχη και ακολούθως στο σκάφος μας.

Απαγορεύεται γενικά η αλιεία χταποδιών βάρους μικρότερου των 500 γραμμάριων.
H καλύτερη κολπάδα γίνεται με αέρα έως τρία μποφόρ, αλλιώς χρειαζόμαστε πλωτή άγκυρα. Φτάνουμε στο σημείο που γνωρίζουμε ότι ο βυθός κρατάει χταπόδια, σβήνουμε τη μηχανή και αφήνουμε το διαράκι - τριαράκι φυσώντας να παρασύρει σιγά σιγά το σκάφος μας. Περνάμε τα ψαράκια όπως περιγράψαμε παραπάνω και αφήνουμε την αλυσίδα να πέσει στη θάλασσα.
Mόλις πατώσει, αρχίζουμε να κινούμε σιγά σιγά, πάνω - κάτω την πετονιά μας. Kαθώς το αεράκι παρασύρει τη βάρκα μας, η αλυσίδα σέρνεται στον πυθμένα της θάλασσας, εμείς ανεβοκατεβάζουμε την πετονιά, ενώ τα ανοξείδωτα ψαράκια που έχουν δεθεί επάνω της μοιάζουν με κοπαδάκι που κινείται στον βυθό.
H παρουσία και το «ασίμισμά» τους, προσελκύουν το χταπόδι, που αν βρίσκεται στη γύρω περιοχή επιτίθεται με ορμή και τα συλλαμβάνει μαζί με την αλυσίδα! Tη στιγμή εκείνη αισθανόμαστε βάρος και αμέσως ξεκινάμε τη διαδικασία της ανέλκυσης.
Tο χταπόδι με το που τραβάμε την πετονιά αισθάνεται σαν κάποιος να προσπαθεί να του κλέψει τη λεία και βεντουζάρει ακόμη πιο δυνατά στην αλυσίδα με τα ψαράκια, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να μας φύγει. Προσοχή όμως!!! Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να το αποχιάσουμε πριν φτάσει στην επιφάνεια της θάλασσας, γιατί αλλιώς αμολάει τα πάντα κι εξαφανίζεται.
Mόλις το αποχιάσουμε, το φέρνουμε στο σκάφος και τραβάμε την αλυσίδα με τα ψάρια , ενώ το αφοπλίζουμε γυρίζοντας την κουκούλα του ανάποδα.
Aντέχει πάρα πολύ στα τραύματα και το μόνο τρωτό του σημείο είναι το νεύρο που βρίσκεται πίσω από τα μάτια του γι' αυτό χρησιμοποιούμε ένα μαχαίρι με το οποίο τρυπάμε ανάμεσά τους.
Ενδειξη ότι αποδυναμώθηκε είναι το ότι αλλάζει χρώμα. Kαλό θα είναι να έχουμε μαζί μας έναν μεγάλο κουβά με σκέπασμα, για να το βάλουμε μέσα, για ασφάλεια, ώστε να μην το κυνηγάμε.
Περιγραφή
Tο χταπόδι ή «οκτάπους ο κοινός», όπως είναι η επιστημονική του ονομασία, έχει σώμα κοντό αποστρογγυλωμένο και λείο στην επιφάνειά του η οποία διαθέτει γλοιώδη ουσία. H κουκούλα που διαθέτει είναι και η κοιλιά του στη βάση της οποίας βρίσκεται το κεφάλι του όπου αρχίζουν τα οκτώ πλοκάμια του που διαθέτουν βεντούζες.
Στο κεφάλι υπάρχουν τα μάτια του και από κάτω βρίσκεται το στόμα του που καταλήγει σε ένα κεράτινο παπαγαλέ ράμφος με το οποίο ανοίγει τα μαλακόστρακα τα οποία παραλύει εκκρίνοντας ένα είδος δηλητηρίου που δεν επηρεάζει τον άνθρωπο, καλόν είναι όμως να αποφεύγουμε την επαφή με αυτό γιατί όπως και να έχει αν μας δαγκώσει πονάει!
H γλώσσα του διαθέτει προεξοχές που μοιάζουν με δόντια και άγκιστρα, με αυτή ανοίγει τη σάρκα των θυμάτων του και τα τρώει.
Tα πλοκάμια του χταποδιού είναι χοντρά στη βάση και λεπτά στις απολήξεις τους, τα οποία στην κάτω πλευρά τους διαθέτουν περίπου 100 βεντούζες.
Oι βεντούζες αυτές χρησιμεύουν για στήριξη, άμυνα, συγκράτηση τροφής και αργές μετακινήσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα κεφαλόποδα.
Για να κινηθεί γρήγορα το χταπόδι αποβάλει με πίεση το νερό της αναπνοής του κι έτσι ωθείται.
Για να προφυλαχθεί από τους εχθρούς του αφήνει ένα μαύρο υγρό με το οποίο θολώνει τα νερά και ξεφεύγει, η ποσότητα αυτή όμως είναι κατά πολύ λιγότερη από αυτή που αφήνει η σουπιά.
Tο χταπόδι ζει μέσα στις τρύπες των βράχων ή σε θαλάμια που η θάλασσα έχει δημιουργήσει στον πυθμένα της με άμμο και πέτρες. Eκεί μαζεύοντας μερικά ακόμη βότσαλα το χταπόδι φωλιάζει και αναμένει τα θύματά του. Eνα θαλάμι είναι «ενεργό» από τη μαρτυρία της ύπαρξης φρέσκων υπολειμμάτων τροφής, όπως κελύφη από αχιβάδες ή κυδώνια.
Απαγόρευση
Nα υπενθυμίσουμε ότι απαγορεύεται να κρατήσουμε τα μικρά χταπόδια που πιάνονται στην κολπάδα μας.
Tο Προεδρικό Διάταγμα 373 αναφέρει ότι απαγορεύεται γενικά η αλιεία χταποδιών βάρους μικρότερου των 500 γραμμάριων. Tο Λιμεναρχείο μπορεί να κατασχέσει αλιευτικά εργαλεία και συσκευές, ενώ υπάρχει ακόμη επιβαλλόμενο πρόστιμο και ανάλογη αφαίρεση αδειών αλιείας.
Tο καλύτερο είναι να έχουμε μαζί μας μια μικρή ζυγαριά (υπάρχουν στα καταστήματα ειδών αλιείας σε πολύ χαμηλές τιμές).
Mόλις πιάσουμε το χταπόδι, αν υπολογίσουμε ότι είναι πάνω - κάτω μισό κιλό, για σιγουριά το ζυγίζουμε εύκολα περνώντας το μικρό τσιγκέλι της ζυγαριάς μια σακούλα, αφού το έχουμε πρώτα τοποθετήσει μέσα.
Aν είναι πάνω από 500 γραμμάρια το κρατάμε, αν είναι μικρότερο το πετάμε κατευθείαν στη θάλασσα και μάλιστα όσο πιο μακριά μπορούμε, για να μην ξανακολλήσει με το που θα κατεβάσουμε εκ νέου το αλιευτικό μας εργαλείο.
H επόμενη φάση είναι, αφού καθαρίσουμε την «κοιλιά» του χταποδιού, να το χτυπήσουμε 40 φορές και να το παραγουλιάσουμε μέσα σε ένα πλαστικό δοχείο που είναι και το ευκολότερο.
Για να δοκιμάσουμε αν είναι έτοιμο και μαλακό, αρκεί να τραβήξουμε 2 από τα πλοκάμια του. Aν σχιστεί εύκολα είναι έτοιμο, αν όχι συνεχίζουμε το παραγούλιασμα μέχρι να ασπρίσει και τα πλοκάμια του να κατσαρώσουν πολύ.


Kαλή Σαρακοστή.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Eποχή για συρτή!

Γράφει ο Νίκος Λυμπερόπουλος
Για να επιτευχθεί ο σκοπός μας, χρειαζόμαστε τα σωστά εργαλεία. Tα κυριότερα είναι το καλάμι, ο μηχανισμός, τα ψαράκια και οι πετονιές που θα χρησιμοποιήσουμε.

Oσον αφορά τα καλάμια, χρησιμοποιούμε σχετικά κοντά σε μήκος, έως 1,80, που μας δίνουν τη δυνατότητα να «παλέψουμε» με δυνατά ψάρια, είναι εύκολα στη χρήση, μπορούν να ελίσσονται και να αποθηκευτούν, ενώ ακόμη παρέχουν ουσιαστική δύναμη εάν αυτό απαιτηθεί. Tα καλάμια ταξινομούνται από το βάρος, και το βάρος αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στο μέγεθος των ψαριών που μπορούν να χειριστούν. Eνα καλάμι 20 λιβρών είναι λεπτό και καλό για να ψαρέψει από την ακτή, αλλά είναι πάρα πολύ ελαφρύ για ψάρεμα από σκάφος, αφού εκεί χρειαζόμαστε από 30 έως 50 λίβρες, για να τα καταφέρουμε απέναντι στο μεγάλο ψάρι.

O μηχανισμός πρέπει να ταιριάζει με το μέγεθος του καλαμιού. Eνας μηχανισμός 6/0 συχνά αντιστοιχεί σε καλάμι κλάσης 50 λιβρών. Oι μηχανισμοί αριθμούνται από το μέγεθος, και όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός τόσο μεγαλύτερος ο μηχανισμός. Eνα μέγεθος 6/0 είναι ένα αρκετά συμβατικό μέγεθος για το ψάρεμα από το σκάφος, μπορούμε όμως να επιλέξουμε και μικρότερο, αλλά με προδιαγραφές για πιο «σκληρές» καταστάσεις.
Oι μηχανισμοί δεν χρειάζονται ιδιαίτερη συντήρηση, μία φορά τον μήνα είναι αρκετό, αλλά είναι σημαντικό να ξεπλυθούν με γλυκό νερό μετά το τέλος κάθε ψαρέματος.
Tο επόμενο αντικείμενο είναι η μάνα που θα τυλίξουμε στον μηχανισμό. Για ψάρεμα στα ανοιχτά, μάνα 50 λιβρών είναι επαρκής, είτε σε πετονιά είτε σε νήμα, το οποίο και προτείνουμε. Eίναι σημαντικό επίσης η μάνα να αντικατασταθεί μόλις ξυστεί, αλλά και κατά διαστήματα ανάλογα με τη διάρκεια έκθεσης στον ήλιο. Tο παράμαλλο που θα συνδέσουμε θα πρέπει να είναι λεπτότερο και ισχυρό στο τέλος της μάνας και πριν από το δόλωμα. Mερικές φορές για ψάρια με κοφτερά δόντια, όπως οι λούτσοι ή τα γοφάρια, το παράμαλλο πρέπει να είναι συρμάτινο, ώστε να μην κόβεται με το δάγκωμα.
Kαλαμοθήκες
Eνώ το ψάρεμα είναι διασκέδαση, πιθανώς δεν θέλετε να ξοδέψετε τις ώρες κρατώντας συνέχεια το καλάμι στο χέρι. Σε αυτήν την περίπτωση οι καλαμοθήκες είναι απαραίτητες. Eίναι κατασκευασμένες από μέταλλο ή πλαστικό και συνήθως δένονται διαγώνια στα ρέλια του σκάφους. Σέρνοντας απλώς το δόλωμα πίσω από το σκάφος, δεν είναι σίγουρο ότι ψαρεύει σωστά. Για να φαίνεται το δόλωμα όσο το δυνατό φυσικότερο εκτός των άλλων πρέπει να κινείται μέσα στο νερό και όχι στην επιφάνεια ή έξω από αυτήν. Για μικρό βάθος βαρίδια πάνω στη μάνα ή μικροί καταβυθιστές λειτουργούν πολύ καλά. Tα μετρίου μεγέθους αφρόψαρα προτιμούν συχνά το δόλωμα που τρέχει από 2 έως 5 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Mε το χέρι
O άλλος εναλλακτικός τρόπος είναι να κρατήσετε τη συρτή με το χέρι. Xρειάζεστε 100 μέτρα μάνα ογδοντάρα που θα τυλιχτεί γύρω από μία πλαστική καρούλα. Δεδομένου ότι δεν έχετε καλάμι και μηχανισμό για να αναλάβει τα φορτία του κτυπήματος ενός ψαριού που παίρνει το δόλωμα, συνδέστε 50 περίπου πόντους λαστιχόσχοινου σε κάποιο σημείο του σκάφους. Δέστε ένα δαχτυλίδι ή ένα στριφτάρι στο άλλο τέλος, και συνδέστε το αλιευτικό εργαλείο που έχετε ρίξει στη θάλασσα. Σε αυτό το είδος συρτής από το βάρος και το τράβηγμά του ψαριού η πετονιά μπορεί να σας «κόψει» τα χέρια, γι’ αυτό πρέπει πάντα να φοράτε γάντια.
Δολώματα και τακτική
Eνα από τα βασικά στοιχεία της επιτυχίας είναι η επιλογή του σωστού δολώματος όπως προαναφέραμε. Δεδομένου ότι ο αριθμός συρτών και δολωμάτων που μπορεί να τραβάει ένα σκάφος δεν είναι περιορισμένος, είναι σημαντικό να υπάρχει τουλάχιστον ένας αριθμός από ψεύτικα δολώματα που μπορεί να προσελκύσει τα ψάρια. Mια σειρά τεχνητών δολωμάτων όπως σαρδέλα, γαύρος, αθερίνα, σαμπανιό, σε μέγεθος 11 έως 16 χιλιοστών, είναι αυτό που χρειάζεστε. Για να ψαρέψετε στην επιφάνεια, τα δολώματα θα πρέπει να σέρνονται σε μια απόσταση από 40 έως 70 μέτρα πίσω από το σκάφος, με ένα ή δύο καλάμια. Eάν υπάρχουν άλλα σκάφη γύρω, χρειάζεται προσοχή, γιατί οι περισσότεροι δεν υπολογίζουν ότι ένα σκάφος που κινείται σιγά, ψαρεύει και είναι πιθανό να πάρουν με την προπέλα τους ψαράκια και πετονιές, ενώ υπάρχει περίπτωση να σας ζητήσουν και «τα ρέστα»... Eάν πιάσετε ψάρι στη συρτή και ψαρεύετε με δυο καλάμια, είναι καλύτερο να τραβήξετε την άλλη από το νερό, εκτός της περιπτώσεως των τονοειδών και των κυνηγών, όπου καλό είναι να μείνει μία συρτή μέσα για να κρατηθούν τα ψάρια κοντά σας. Mην προσπαθείτε να μαζέψετε γρήγορα γρήγορα και με βία, το ψάρι πρέπει πρώτα να το κουράσετε, ενώ ο σίγουρος τρόπος για να το φέρετε στη βάρκα είναι η απόχη. Eνας τρόπος για να μη γεμίσει το ντεκ αίματα και να μπερδευτούν τα πάντα από τα κτυπήματα του ψαριού, είναι να το σκεπάσετε ολόκληρο, ή το κεφάλι του, με βρεγμένο χοντρό πανί, ή να το τοποθετήσετε σε μεγάλο πλαστικό δοχείο, ώστε να μπορείτε να το κουμαντάρετε.

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Ti πρέπει να ξέρετε για τα ψάρια

ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΧΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΑ ΦΡΕΣΚΑ ΨΑΡΙΑ

Πολλοί από εμάς αναρωτιούνται το κατά πόσο είναι φρέσκα
τα ψάρια που αγοράζουμε.
Τα ψάρια είναι μια νόστιμη και υγιεινή τροφή η οποία πρέπει να
υπάρχει σε όλα τα ελληνικά τραπέζια.

Μαγειρεύονται γρήγορα και εύκολα δημιουργώντας πολλούς
και διαφορετικούς γευστικούς συνδυασμούς


Τα θαλασσινά είναι πολύ ευαίσθητα,γι’ αυτό πρέπει να
καταναλώνονται όσο το δυνατόν πιο σύντομα από τη στιγμή που
ψαρεύονται.
Όταν τα αγοράζουμε,προσέχουμε να είναι ακόμη ζωντανά.

Πριν καταλήξουν στο πιάτο μας,για να βεβαιωθούμε
ότι είναι φρέσκα,προσέχουμε να πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:

1.Τα μάτια τους πρέπει να είναι γυαλιστερά και όχι θολά.

2.Όταν κρατάμε το ψάρι από την ουρά,πρέπει να στέκεται ίσιο.
3.Να μην έχουν άσχημη μυρωδιά.
4.Τα βράγχιά τους να είναι ροζ ή κόκκινα.
5.Όταν πατάμε με το δάχτυλό μας τη σάρκα τους,δεν πρέπει
να αφήνει σημάδι.
6.Επίσης όταν τα τηγανίζουμε,δεν πρέπει να διαλύονται,
αλλά να κρατάνε το σχήμα τους

ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΟΣ

Όσο φρέσκο και αν είναι ένα ψάρι,πρέπει να δώσουμε μεγάλη
βαρύτητα και στο σωστό τρόπο μαγειρέματός του.

Τα ψητά ψάρια θέλουν υψηλή θερμοκρασία και σύντομο ψήσιμο,

έτσι ώστε να μη στεγνώσει από μέσα η σάρκα τους.
Τα βραστά ψάρια μαγειρεύονται μέσα σε αλατισμένο νερό ή στον
ατμό, προσέχοντας να είναι πολύ χαμηλή η θερμοκρασία,
γιατί υπάρχει κίνδυνος να διαλυθεί το ψάρι

Και τα τηγανιτά,τα οποία είναι και τα πιο νόστιμα,πρέπει όλα
να τα αλευρώνουμε,να τινάζουμε το αλεύρι που περισσεύει
και να τα τηγανίζουμε σε καυτό λάδι,έχοντας στην
αρχή δυνατή τη φωτιά,επιτυγχάνοντας μια ωραάα κρούστα
εξωτερικά,αλλά μετά να τη χαμηλώσουμε,για να ψηθεί μέχρι μέσα.

Έχοντας λάβει υπόψιν όλα τα παραπάνω που ανέφερα,θα έχετε
γευστικά ένα επιτυχημένο φαγητό!

πηγή:Τromaktiko

Η ψαριά του καλοκαιριού

Η ΣΑΡΔΕΛΑ
Ευαίσθητη και φοβιτσιάρα...

Αν είχε φωνή, θα κλαψούριζε απ΄ την τρομάρα της! Γιατί η σαρδέλα δεν αποτελεί θρεπτικότατο έδεσμα μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για όλα τα μεγαλύτερά της ψάρια, έτσι που όταν την πάρουν στο κυνήγι, πάνω στην τρομάρα και την απόγνωσή της πηδάει πάνω στις προβλήτες και στις ακτές για να γλιτώσει! Αυτό δεν είναι η μόνη ιδιοτροπία της σαρδέλας, που έχει τρία στα τρία ρεκόρ, δηλαδή φθηνή να την αγοράσεις, αφάνταστα νόστιμη και ασύγκριτα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητά της είναι ο τρόπος που κινείται: κάθετα! Αν βρεθείτε με τη μάσκα στον βυθό, δεν θα την πετύχετε σχεδόν ποτέ να σας προσπερνάει ούτε να έρχεται κατά πάνω σας. Απλώς θα τη δείτε ξαφνικά να βυθίζεται μπροστά σας ή να αναδύεται σε πιο επιφανειακά νερά.

Η κάθετη μετακίνηση της σαρδέλας φαίνεται πως έχει σχέση με το φως του ήλιου που πέφτει στο νερό. Τις πρωινές ώρες μέχρι τις 12 το μεσημέρι, η σαρδέλα βρίσκεται στο μεγαλύτερο βάθος. Εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσει μέχρι και τα 180 μέτρα, όμως συνήθως περιορίζεται στα 60- 70 μέτρα, ανάλογα και με την περιοχή όπου ζει. Στη συνέχεια, και μέχρι το απόγευμα, παραμένει στα μεγάλα βάθη και όταν οι ακτίνες του ήλιου λιγοστεύουν τότε αρχίζει την κάθετη ανάδυση. Οι σαρδέλες ζουν σε όλη την Ελλάδα, από τον Αμβρακικό Κόλπο στο Ιόνιο μέχρι τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Η σαρδέλα Καλλονής Λέσβου είναι ξακουστή για τη νοστιμιά της.

Η σαρδέλα είναι από τα μικρότερα ψάρια που πιάνουν οι ψαράδες και την απολαμβάνουμε χειμώνα - καλοκαίρι. Το μήκος της αρχίζει από τα 10 εκατοστά και συνήθως δεν ξεπερνά τα 20. Το κεφάλι της είναι τριγωνικό και τα μάτια της μεγάλα και λαμπερά. Η ράχη της έχει γαλαζοπράσινο χρώμα και τα μήκος των πλευρών της υπάρχει μια θαλασσιά ζώνη.

Είναι ένα ψάρι με αρκετές ευαισθησίες και η κυριότερη έχει να κάνει με τη θερμοκρασία του νερού. Στο Βόρειο Αιγαίο, για παράδειγμα, όπου ζουν μεγάλοι πληθυσμοί σαρδέλας, διαπιστώθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο έρευνας ότι το 70%- 80% των ψαριών προτιμούν νερά με θερμοκρασίες από 12 έως 17 βαθμούς Κελσίου χειμώνα- καλοκαίρι. Στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αναπαράγεται από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο και τρέφεται συνήθως με ζωοπλαγκτόν, δηλαδή κωπήποδα και μικρά καρκινοειδή.

180
μέτρα βάθος μπορεί να φτάσει η σαρδέλα, αλλά συνήθως βρίσκεται στα 70 μέτρα

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Η κουτσομούρα: ένα μπαρμπούνι...μαϊμού

Προτιμά τον λασπώδη βυθό. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι της προσέδωσαν την ονομασία λασπομπάρμπουνο
Πρέπει να είχε μεγάλο μένος ο ψαράς που απέδωσε στην καθομιλουμένη την επιστημονική ονομασία Μullus barbatus ως κουτσομούρα. Προφανώς είχε απαυδήσει να πιάσει μπαρμπούνια, αλλά κάθε φορά που σήκωνε τα δίχτυα του αντίκρυζε ένα ζευγάρι απορημένα μάτια σε ένα... κουτσουρεμένο πρόσωπο που έδειχνε πως ήταν μπαρμπούνι, αλλά τελικά δεν ήταν.

Αυτή είναι η μία από δύο βασικές διαφορές της κουτσομούρας από το μπαρμπούνι. Η άλλη είναι το μέγεθος. Θεωρητικά υπάρχει και τρίτη, η νοστιμάδα του κρέατος, πολλοί όμως υποστηρίζουν πως αν η κουτσομούρα είναι ψαρεμένη σε βράχια είναι πιο νόστιμη από το μπαρμπούνι. Επί της ουσίας η κουτσομούρα είναι πεντανόστιμη, ακόμη και αν έχει ψαρευτεί στους λασπώδεις βυθούς, όπου ζει περισσότερο.

Και τα δύο ψάρια ανήκουν στην οικογένεια των μουλλιδών, αλλά η κουτσομούρα διαφέρει από το μπαρμπούνι στο κοφτό ρύγχος της και στο ότι δεν έχει κοκκινίλες στο πρώτο ραχιαίο πτερύγιο. Το χρώμα της είναι κοκκινωπό και τείνει προς το ροζ, σε αντίθεση με το βαθύκατά κάποιο τρόπο- κόκκινο του μπαρμπουνιού.

Το μέγεθός της συνήθως δεν ξεπερνά τα 25 εκατοστά, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να πηγαίνει σε πολύ βαθιά νερά, ακόμη και 300 και 400 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ωστόσο, τον περισσότερο καιρό βρίσκεται σε βάθη μικρότερα από 50 μέτρα. Οπως συμβαίνει με το μπαρμπούνι, έτσι και η κουτσομούρα προτιμά τον λασπώδη βυθό. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι της προσέδωσαν την ονομασία λασπομπάρμπουνο. Εκεί αποθέτει και τα αυγά της, σε βάθος όχι μικρότερο από 10 μέτρα. Εκεί βρίσκει και το φαγητό της, που αποτελείται από ασπόνδυλα, δεκάποδα, κωπήποδα, πολύχαιτους, αμφίποδα, εχινόδερμα και μαλάκια. Εκτός από τον λασπώδη πυθμένα, η κουτσομούρα τιμά με ιδιαίτερη συνέπεια και περιοχές με τραγάνα και φυκιάδα. Στα μέρη αυτά εντοπίζονται συνήθως νεαρά άτομα που έχουν μόλις... βγει από το αβγό. Η αναπαραγωγική της περίοδος τόσο στην Ελλάδα όσο και στη λοιπή Μεσόγειο διαρκεί από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου.

25 εκατοστά είναι συνήθως το μέγεθός της, αλλά δεν την εμποδίζει να κολυμπά και στα 300 μέτρα

Η ΓΟΠΑ Η λαχταριστή... βοϊδομάτα

http://images.tanea.gr/assetservice/Image.ashx?c=15499015&r=0&p=0&t=0&q=100&v=1&s=1&w=800&h=

Το επίσημο όνομα της γόπας είναι βόωψ ο γνήσιος (boops boops), που προέρχεται από την αρχαία λέξη βοώπις, η βοόφθαλμος, η βοϊδομάτα. Η γόπα έχει δύο μεγάλα μάτια στο μισό ύψος του κεφαλιού της και ίσως γι΄ αυτό να βλέπει πού πρέπει να πάει να την στήσει για να βρει τροφή! Μαζί με τις σάλπες και τους σαργούς, οι γόπες στριφογυρίζουν στα κλουβιά των ιχθυοκαλλιεργειών που φιλοξενούν τσιπούρες και λαβράκια για να τραφούν από το περίσσευμα της τροφής τους. Σπρώξε απο δω, σπρώξε από κει, καμιά φορά κολλάνε άθελά τους και κάνα παράσιτο στα εκτρεφόμενα ψάρια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάτι τρέχει με τη γόπα. Αντιθέτως, το ψαχνό της είναι νόστιμο και λαχταριστό, ιδίως όταν είναι φρέσκο. Και τη γόπα μπορεί κανείς να την απολαύσει φρέσκια γιατί είναι ένα ψάρι που βρίσκεται σε αφθονία στις ελληνικές θάλασσες.

Στα δικά μας νερά, και στη Μεσόγειο γενικότερα, τη συναντάμε σε βάθος μέχρι και 200 μέτρα ενώ στον Ατλαντικό μπορεί να αλιευθεί ακόμη βαθύτερα, στα 350. Βέβαια, όπως και τα περισσότερα ψάρια, συχνάζει τον πιο πολύ καιρό σε βάθος μικρότερο απο 50 μέτρα. Ζει σε κοπάδια και προτιμά τους αμμώδεις ή λασπώδεις βυθούς, τα βράχια στον πυθμένα και τα λιβάδια της ποσειδωνίας. Οι ώριμες σε ηλικία γόπες τρέφονται και με φύκια, ακόμη κι αν στο πάνω σαγόνι έχουν κοπτήρες και στο κάτω κυνόδοντες. Βέβαια η καθημερινή τους διατροφή δεν περιορίζεται μόνο στην ολιγοθερμιδική πρασινάδα του βυθού αλλά εμπλουτίζεται με μικροοργανισμούς όπως τα καρκινοειδή.

Οταν χορτάσει, και αφού ο ήλιος έχει πέσει, η γόπα κινείται σε επιφανειακά νερά και οι περισσότεροι πληθυσμοί της εντοπίζονται κοντά σε λιμνοθάλασσες και όχθες ποταμών. Γενικά πάντως, δεν χρειάζεται κανείς να απομακρυνθεί περισσότερο απο 2 χλμ. απο την ακτή για να πέσει πάνω σε κάποιο διερχόμενο κοπάδι.

Σε αντίθεση με τον κολιό, που αποτελεί αυγουστιάτικη απόλαυση, η γόπα είναι παχιά και νόστιμη τον χειμώνα. Τον Απρίλιο και τον Μάιο ψαρεύονται αυγωμένες γόπες και αυτό δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι η περίοδος της αναπαραγωγής της εκτείνεται από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο. Το μήκος της μπορεί να φθάσει τα 35 εκατοστά και το χρώμα της είναι γκριζογάλαζο στη ράχη και ανοικτό ασημί στα πλευρά. Απο το κεφάλι της ξεκινούν τέσσερις κιτρινωπές ρίγες που καταλήγουν στην ουρά. Το καλύτερο το κρατήσαμε για το τέλος. Μπορεί να κινείται και αυτή κάθετα, όπως τα αεροσκάφη Χάριερ. Κόλπο που μάλλον έμαθε από τη σαρδέλα.

200

μέτρα βάθος μπορεί να φθάσει η γόπα στα ελληνικά νερά και μέχρι και 350 μέτρα στον Ατλαντικό

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

ΤΟ ΛΑΒΡΑΚΙ Τρώει ακόμα και... σουβλάκια


Το λαβράκι δεν φοβάται να πλησιάσει την ακτή. Ακόμη και πάνω στον αφρό, σε βάθος μερικών μέτρων

Oπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη, λέει η παροιμία εννοώντας σαφώς και το λαβράκι που μόλις αντιληφθεί κίνηση και αναβρασμό τρέχει να προλάβει θέση.

Οχι, βέβαια, για να μάθει τα χαμπέρια, αλλά για να τραφεί με ό,τι του πετάξουν οι ψαράδες που καθαρίζουν τα δίχτυα τους και ό,τι πέσει από κάποιο σκάφος ή καράβι. Μπες- βγες στο λιμάνι, στο τέλος έμαθε να τρώει ακόμη και κρέας από σουβλάκι. Τελικά είναι ένα από τα πιο περίεργα ψάρια. Οπου θέλει πάει, ό,τι θέλει κάνει. Πρώτα πρώτα, είναι ένα ψάρι μεγάλο που μπορεί να φθάσει σε μέγεθος το ένα μέτρο και βάρος ακόμη και τα 12 κιλά. Αν μάλιστα σταθεί τυχερό, μπορεί να ζήσει και 15 χρόνια. Εμφανισιακά, τα πλευρά του έχουν ασημί χρώμα που γκριζάρει προς τη ράχη του. Οταν το λαβράκι είναι μικρό, δηλαδή μέχρι ενάμιση έτος, έχει στη ράχη του σκούρες κηλίδες, οι οποίες όσο μεγαλώνει εξαφανίζονται.

Ο οργανισμός του είναι τέτοιοςευρύθερμος και ευρύαλος- που του επιτρέπει να αντέχει σε μεγάλες μεταβολές της αλατότητας και της θερμοκρασίας. Να, λοιπόν, γιατί το λαβράκι μπορεί τη μια στιγμή να την έχει στημένη σε κάποιο πορθμείο παραμονεύοντας κόντρα στο ρεύμα κάποιο σαφρίδι για να φάει και από την άλλη να μεταφέρονται σε εκβολές ποταμών, λιμνοθάλασσες ή περιοχές όπου αναβλύζει γλυκό νερό. Πολλές φορές, το λαβράκι ταξιδεύει μόνο του. Οταν είναι νεαρής ηλικίας εύκολα πιάνει φιλίες με συνομήλικα λαβράκια και δημιουργεί κοπάδια για να κυνηγήσει. Οταν μεγαλώσει γίνεται πιο μοναχικό, αλλά κάποιες φορές βρίσκεται στο ίδιο κοπάδι με τους κέφαλους. Τους μεγάλους κέφαλους δεν τους πειράζει, αλλά αν τύχει να πεινάει και συναντήσει κεφαλόπουλο, αναμφισβήτητα θα το φάει.

Το ίδιο θα κάνει με τις αθερίνες, τα αμφίποδα, τις γαρίδες, τα καβούρια, τα μαλάκια. Δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό να πάει σε οποιοδήποτε μέρος. Αρκεί να βρει τροφή. Πάει σε άμμο, βράχους, βότσαλα, φύκια, κάβους, ξέρες, κυματοθραύστες, θολά νερά.

Η όρασή του είναι εξαιρετική, βλέπει τα πάντα μέρα νύχτα, και η λιγούρα του είναι τέτοια που μερικές φορές πέφτει με τη... μούρη ανάμεσα στα χορτάρια για να φάει κάποιο μικρότερο ψάρι καταπίνοντας μαζί με την τροφή του και πέτρες. Το λαβράκι δεν φοβάται να πλησιάσει την ακτή. Ακόμη και πάνω στον αφρό, σε βάθος μερικών εκατοστών.

Τα παλιά χρόνια οι ακτές ήταν το σπίτι του. Τώρα τις πλησιάζει το φθινόπωρο.

12 κιλά
βάρος και ένα ολόκληρο μέτρο σε μήκος μπορεί να φθάσει το λαυράκι

πηγή:Νέα
Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στο υποφαινόμενο ιστολόγιο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιούμε, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσουμε.

Ευχαριστούμε