Διαδικτυακή επανάσταση εναντίον της παρακμής και της βλακείας!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατερικός Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Ο Οδυσσέας ( = ο κάθε ένας και η κάθε μία από εμάς) και οι σύγχρονες Σειρήνες της εποχής.


Γράφει ο ~ π.Γρηγόριος Τζιβελέκης

Τα ερεθίσματα τους πολλά. Μπορεί να νομίζουμε πως μας χαλαρώνουν(μπορεί και να το κάνουν καποιες στιγμές) ή πως γεμίζουμε τον ελεύθερο μας χρόνο.
Στην πραγματικότητα ομως απομυζούν τον πολύτιμο μας χρόνο από την προσευχή, την διαπροσωπική σχέση με τους ανθρώπους μας, την σωστή οργάνωση που θα επιφέρει θεμιτά αποτελέσματα με λιγότερο τρέξιμο.
Πολλές ευκαιρίες στο ταξίδι αυτό να γνωρίσεις πρόσωπα και καταστάσεις. Να ανοίξεις ορίζοντες. Πολλές φορές όμως καταντά ένα καφενείο και μια πλατεία που ο κάθε ένας μας και η κάθε μία μας μιζεριαζει κανονοντας scrolling με τις ώρες. Μία πρακτική που οι επιστήμονες αναφέρουν πως σαπίζει τον εγκέφαλο (αποχαύνωση λέγανε οι πατεράδες μας).
Ταυτόχρονα ο οργανισμός μας αποκτά εθισμό στις μικρές και διαρκές ντοπαμινες που επιφέρουν τα πολλά και ανώφελα ερεθίσματα με αποτέλεσμα όταν αυτά σταματούν την θλίψη, τον εκνευρισμό και την εξάρτηση.
Χρειάζεται να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας.


Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Ο Mέγας Bασίλειος κι' ο Παραμορφωμένος Xριστιανισμός

Γράφει  ο Φώτης Κόντογλου

 Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι' αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ' η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η "θύραθεν" σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει "μωρίαν παρά τω Θεώ". 

Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι' ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό. Γι' αυτό, όλα τα μετράνε μ' αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ' ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι' όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε "μέγαν ρήτορα", αυτόν που είπε λ.χ. "ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ' ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού", και που γράφει στους Kολοσσαείς: "Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν". Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι' αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι "κενή απάτη", τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον "κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν". Θέλουνε να τον κάνουνε "εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα", ώστε να έχη κι' ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι' όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους. Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος "εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών", και "εν σαρκί όντες" και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν "Θεώ αρέσει". Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο "παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν" δηλ. "ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία", με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι' αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: "Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν...". Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία. 

Δείχνω μεγάλη επιμονή σ' αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, "το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον", με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, "οι μη έχοντες ελπίδα", χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την "κενή απάτη", πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη;

Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ' ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ' εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.

Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ' αυτόν κι' άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ' αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ' αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική οξύτητα, κι' ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.

Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: "Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;" Σαν να λέγη: "Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι' όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;" 

Kαι παρακάτω γράφει: "Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων". Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ' οι ρήτορες κ' οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει "αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;"

Λοιπόν, κατά το πνεύμα "του αιώνος τούτου του καταργουμένου" εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα "καλλιεπών συγγραμμάτων", "σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας".

Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:

"Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι' αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της "παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας", επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ' είδα καλά πως ήτανε άχρηστη "η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων", αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ' όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ' αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής".

Aλλά ποιος δίνει σημασία σ' αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν' ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει "εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα", τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: "Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι' αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν".

O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.

(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000) 

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Πώς εορτάζουν οι άγιοι τα Χριστούγεννα;

Γράφει ο π. Ιακώβος Κανάκης

Επειδή το θέμα μου είναι  «πώς εορτάζουν οι άγιοι τα Χριστούγεννα», θα  αναφέρω αρχικά αγαπητοί μου κάτι για την αγιότητα. Θα σας πω ότι άγιοι δεν είναι αυτοί που ονομάζονται «καλοί άνθρωποι», αλλά άγιοι είναι αυτοί πού αγάπησαν τον Θεό και ενώθηκαν  μαζί Του. Αυτός όμως είναι κοινός σκοπός όλων μας! Είναι ο βασικότερος σκοπός της ζωής μας. Στην ζωή των αγίων, και είναι πολύ σημαντικό αυτό, βιώνεται όλο το έργο της Ενανθρωπήσεως του Χριστού. Στους αγίους φανερώνεται το μέγα και μοναδικό μυστήριο της αποκάλυψης του Θεού στον άνθρωπο, ζουν μέσα τους «ιεροκρυφίως» αυτό το γεγονός! Γίνεται γι᾽ αυτούς ένα προσωπικό βίωμα και ένας συνεχής καθημερινός αγώνας.
Είναι κατανοητό ότι αυτό θέλει κόπο, συχνά και πόνο. Πρόκειται για καρπό μιας μακράς πνευματικής ζωής, αλλά φυσικά είναι δώρο του Θεού.
Μετά αυτά τα εισαγωγικά για την έννοια της αγιότητας, θα ήθελα να σας πω κάτι άλλο σχετικό με τους αγίους και τις εορτές. Οι άγιοι, λοιπόν, τις εορτές, τις έβλεπαν ως ευκαιρίες για να αυξήσουν την πνευματικότητά τους. Αυτό μπορούσε να γίνει όταν ζούσαν το νόημά τους. Έμαθαν εμπειρικά ότι στις εορτές ανοίγουν ιδιαιτέρως οι κρουνοί της χάριτος του αγίου Πνεύματος και πλημμυρίζουν οι πιστοί ακόμα δε και όλη η δημιουργία. Γνωρίζουν επίσης ότι η κάθε γιορτή γίνεται ένα γλέντι στο οποίο όλοι μετέχουν στο «παραδείσιο κρασί», όπως το χαρακτήριζε ο όσιος Παΐσιος. Έτσι ο κάθε πιστός μπορεί να προσεγγίζει  την εορτή ως μια ευκαιρία της προσωπικής του αναγέννησης. Είναι γεγονός ότι με αυτήν την πρόθεση ανάσταση είναι κάθε εορτή, ανάσταση  και παλιγγενεσία.
Πώς όμως μπορείς να ζήσεις τα Χριστούγεννα;
Για να γίνουν τα παραπάνω, αρκεί να συμμετέχουμε με όρεξη πνευματική, να θέλουμε να τα ζήσουμε. Αν υπάρχει η όρεξη αυτή, τότε όντως τις γλεντάμε πνευματικά τις εορτές και μάλιστα μεθάμε πνευματικά μέσα στην Εκκλησία.
Οι άγιες ζούσαν λοιπόν με λαχτάρα τις εορτές και μας το εξηγεί ο Όσιος Παΐσιος :
«Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες». Αυτό είναι το πρώτο και πολύ σημαντικό πού πρέπει να σταθούμε! «Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί». Πιο συγκεκριμένα: «Στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται». Να παρακολουθούμε λοιπόν τα νοήματα των ψαλμών και γενικά όλων όσων ακούγονται στον ναό και να εμβαθύνουμε σ᾽ αυτά. Αυτό τονίζεται από τον Όσιο Παΐσιο. Ας το δούμε με ένα παράδειγμα. Όπως όταν κάποιος αγαπάει ένα πρόσωπο, σκέφτεται συνεχώς το πρόσωπο αυτό, έτσι καί εμείς σκεπτόμαστε και  στρέφουμε συνεχώς τον νου μας στον Χριστό και πιο ειδικά στις εορτές στις οποίες  τιμούμε τον Ίδιο και τους αγίους Του. 
Θα προχωρήσουμε λίγο παρακάτω. Στην Ορθόδοξη Παράδοσή μας, κέντρο της εορτής αλλά και όλης της λατρείας μας, είναι η Θεία Λειτουργία. Εμείς, πάντοτε γύρω από το κοινό τραπέζι εορτάζουμε τα σημαντικά γεγονότα. Η Ευχαριστία  είναι το κέντρο κάθε εορτής και εκεί στο Κοινό Ποτήριο γίνεται η μυστική ένωση μας τόσο με τον Θεό  όσο και μεταξύ  μας. «Γιορτή σημαίνει Σύναξη και Σύναξη σημαίνει Ευχαριστία». Αυτός ο τρόπος λατρείας είναι ο παραδεδομένος σε εμάς δρόμους που μας οδηγεί στην καλή αλλοίωση, το οποίο είναι και το ζητούμενο για κάθε άνθρωπο.
Ας δούμε και κάτι ακόμα πού αφορά πιο συγκεκριμένα στήν εορτή των Χριστουγέννων και πως ο όσιος Παΐσιος έλεγε ότι τα ζούσε.
Τον ρώτησαν:
«-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;
 –Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό». Να το ωραίο μήνυμα από την επισήμανση του αγίου. Όσοι αγρυπνούν θα δουν όσα γίνονται! Και είναι ανάμεσά μας άνθρωποι πού δεν κοιμούνται, πού περνούν πολλές ώρες ημέρας και νύχτας δεόμενοι». [1]
Τον ρώτησαν και κάτι ακόμα:
«-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο της Βηβλεέμ;
-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη, τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «γνω βος τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου ατο», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;». Είναι σημαντικό εδώ να πούμε ότι τα όσα με τόση απλότητα αναφέρει ο αγιασμένος γέροντας είναι και το απόσταγμα των ειδικών για τον τόπο της Γέννησης του Χριστού. Ο γέροντας ακόμα περισσότερο μιλά για το σπήλαιο γιατί με έναν άγνωστο για εμάς τρόπο γνωρίζει αυτό «πνευματικά» το σπήλαιο και το περιγράφει.
Και κάτι ακόμα:
Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα μο κα δακρύουσα» ναρωτιόταν:… «πιδώσω σοι μαζόν, τ τ σύμπαντα τρέφοντι, υμνήσω σε, ς Υἱὸν κα Θεόν μου; ποίαν ερω π σοί προσηγορίαν;»
Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!
Γέροντα, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;
-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.
Αγαπητοί μου, οι εορτές της Εκκλησίας μας έχουν μια <δυναμική χαρισματική> δίνουν ζωή, δύναμη, κουράγιο, ότι δηλαδή έχει ανάγκη ο άνθρωπος στις μέρες μας. Έχεις κατάθλιψη, στεναχώρια μοναξιά, έχασες ή φοβάσαι μην χάσεις κάποιον δικό σου ψάλλε τό: «θανάτου εορτάσομεν νέκρωσιν…». Πές το : «Σήμερον γεννᾶται, σήμερον κρεμᾶται…όλα σήμερον». Θα σκιρτήσει η καρδιά σου από χαρά, θα λάβεις δύναμη. Οι εορτές της Εκκλησίας είναι ποτάμια, θάλασσες χάριτος!
Εμείς τί σχέση έχουμε με αυτές τις εορτές και αυτά τα Χριστούγεννα;
Τελικά, αν το σκεφτούμε με ειλικρίνεια, τις εορτές, και ειδικά τα Χριστούγεννα, δεν τα ζούμε όπως οι άγιοι, όπως τα έχει ορίσει Εκκλησία. Περιμένουμε από μια αλλαγή στο σπίτι, από μερικά λαμπιόνια να μας αλλάξει λίγο η καθημερινότητα. Θέλουμε να αλλάξει κάπως η καθημερινότητά μας η οποία έχει γίνει αφόρητη και κουραστική, αλλά  η ψυχή δεν γεμίζει από κτιστά φώτα. Υπάρχει όμως ένα άλλο φώς, το άκτιστο Φώς, πού έχει Πρόσωπο, είναι ο Χριστός. Υπάρχει και σήμερα το πραγματικό αυτό Φώς και μπορεί να φωτίσει καθέναν που το επιθυμεί. Μπορεί να φωτίσει και να ζεστάνει, όποιον ανοίξει τα παράθυρα της ψυχή του.
Θέλω να σας αναφέρω και το παρακάτω περιστατικό στο οποίο αποδεικνύεται ότι τα Χριστούγεννα μπορούν να υπάρξουν σε οποιαδήποτε μέρα του χρόνου. Τα Χριστούγεννα δηλώνουν ακριβώς το «σήμερον» του κοντακίου της εορτής. Μέσα από κάποιο περιστατικό μπορείς να ζεις τα Χριστούγεννα οποιαδήποτε ημέρα και κάθε μέρα. Για παράδειγμα, Χριστούγεννα μπορείς να νιώσεις όταν γνωρίσεις έναν πραγματικό άνθρωπο του Θεού.
 Ακούστε το ακόλουθο αληθινό περιστατικό:
 «Το κρύο ήταν τσουχτερό και το Άγιο Όρος ήταν χιονισμένο. Ένας άγνωστος γέροντας ανέλαβε να με καθοδηγήσει μέχρι την Μονή Κουτλουμουσίου. Η επιθυμία μου όμως να λάβω συγκεκριμένες απαντήσεις μ’ έκανε να πάρω μαζί με ένα δάσκαλο από τη Κοζάνη το μονοπάτι για την καλύβα του γέροντα Παΐσιου στην Παναγούδα αμέσως μετά τον Εσπερινό.
Με πρόσωπο σκυμμένο, καρδιά θλιμμένη και βήματα βαριά προσέγγισα το κελί του. Αναρωτιόμουν τι θα έπραττα αν, ως καρδιογνώστης κοιτούσε βαθιά μέσα στη ψυχή μου και έβλεπε τα λάθη, την αμαρτία, τις παραλείψεις, τα μίση, τις μικρότητες, τις κατακρίσεις, τον αληθινό ψυχικό πόλεμο. Στη σκέψη και μόνο πως ο γέροντας έχει τέτοια ικανότητα δείλιασα και με έπιασε ντροπή. Αναθαρρούσα όμως και μονολογούσα μέσα μου. Ε! και τι έγινε, ο μόνος είμαι…
Μια άλλη φωνή ωστόσο, άγνωστη τότε, γνωστή τώρα σε εμένα απαντούσε. Υπάρχει λύση … Όσο και να επιχειρούσα να μην την ακούω και να την περιφρονώ τόσο αυτή δυνάμωνε. Υπάρχει λύση, φώναξα κάποια στιγμή χωρίς να το καταλάβω και ξάφνιασα τον συνοδοιπόρο μου δάσκαλο.
Με το που φθάσαμε στο κελί άρχισα να νιώθω κάπως περίεργα. Όλα, γύρω προκαλούσαν μια ηρεμία. Το χιονισμένο τοπίο, τα πουλιά, ο ήχος από το νερό στο ποτάμι. Βούρκωσα χωρίς να κλαίω. Οι σκέψεις περιστρέφονταν γύρω από την άγνωστη αυτή εσωτερική φωνή:
 «Υπάρχει λύση»!
«Καλώς τα καλόπαιδα» είπε. Με την φωνή του γέροντα Παϊσίου επανήλθα στην πραγματικότητα.
Καθώς περνούσα το κατώφλι του Κελιού, μια ζεστασιά πρωτόγνωρη συγκλόνισε το είναι μου. Αληθινό άγγιγμα ψυχής. Ο γέροντας με κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν αρκετό για να απομακρυνθούν όλες οι επιφυλάξεις και να ανοίξει η καρδιά.
Το μικρό διάστημα που έμεινα κοντά στον ταπεινό γέροντα Παΐσιο αρκούσε για να αναθεωρήσω σιγά – σιγά πολλά πράγματα. Η αντίληψή μου για τον κόσμο μεταβλήθηκε. Και για πρώτη φορά ένιωθα την ανάγκη να ευχαριστήσω τον Θεό για όλα.
Η μικρή επικοινωνία με το γέροντα λειτούργησε μακροπρόθεσμα καταλυτικά. Εκεί στο Κελί της Παναγούδας βίωσα τη ζεστασιά των ποιμένων. Αφουγκράστηκα το άγγελμα των αγγέλων «επί γης ειρήνη». Έζησα τα Χριστούγεννα.
Χριστούγεννα μακριά από τα φώτα, τα γλυκά, τις ψεύτικες ευχές για ειρήνη, τα υποκριτικά γέλια, την ιδιοτελή καλοσύνη και την ελεγχόμενη αγάπη που απευθύνεται σ’ αυτούς που επιδιώκουμε να μας αγαπούν. Μακριά από το θαύμα των θαυμάτων, τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Μακριά από την αληθινή πορεία και το μοναδικό σκοπό του ανθρώπου, δηλαδή τη σωτηρία του.
Σήμερα με βεβαιότητα μπορώ να φωνάξω πως ο Χριστός δύναται να γεννηθεί σε κάθε άνθρωπο. Τώρα ευθαρσώς μπορώ να διακηρύξω και να διαλαλήσω πως αρκεί να ανοίξουμε με ειλικρίνεια μια χαραμάδα στη ψυχή μας και τότε Αυτός θα φροντίσει τα υπόλοιπα. Μια μικρή χαραμάδα για να πλημμυρίσουμε ειρήνη, να γευθούμε καρπούς διαφορετικούς από αυτούς που μας σερβίρει εντέχνως η εκκοσμίκευση. Μια μικρή χαραμάδα για να αλλάξουν τα πάντα ριζικά. Μια μικρή χαραμάδα για να βροντοφωνάξουμε το…
«Χριστός γεννάται δοξάσατε».
Τελειώνοντας αγαπητοί μου επαναλαμβάνω και την ευχή πού έλεγε ο Όσιος Πατήρ: «Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνει Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώσει όλες τις ευλογίες Του». Δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να κλείσουμε την παρούσα ομιλία διαφορετικά, από το να επαναλάβουμε αυτήν την απλή, απλούστατη, αλλά τόσο βαθειά θεολογική και ουσιαστική ευχή!
[1] «Περί προσευχής», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ’ (σελ. 195-196).  Ιερό Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης
πηγή: enromiosini

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Η αλήθεια για τα Χριστούγεννα και η μυθοποίηση των Χριστουγέννων.

Αποτέλεσμα εικόνας για γεννηση του χριστου
Γράφει  ο  π. Γεώργιος Μεταλληνός     

                                      
«Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». (Για τούτο έγεινε Άνθρωπος ο Θεός, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός.) ~ Μέγας Αθανάσιος «Περί Ενανθρωπήσεως».



Με την ενανθρώπηση και τη γέννησή Του ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός πραγματοποιεί το σκοπό της πλάσεως του ανθρώπου, την εμφάνιση του Θεανθρώπου στην Ιστορία.

Την ένωση του κτιστού πλάσματος με τον Άκτιστο Πλάστη. 
Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως είναι η θέωση του ανθρώπου.
«Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων).
«Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μέγας Αθανάσιος). 
«Άνθρωπος γαρ εγένετο ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος» (Ιερός Χρυσόστομος). 
Στη λογική ενός ηθικιστού ο όρος «θεοποιηθώμεν», που χρησιμοποιούν Πατέρες, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, είναι σκάνδαλο... 
Γι’ αυτό μιλούν για «ηθική θέωση». Διότι φοβούνται να δεχθούν ότι με τη θέωση μεταβάλλεται «κατά χάριν» αυτό που ο Τριαδικός Θεός είναι «κατά φύσιν» (άκτιστος, άναρχος, αθάνατος). Τα Χριστούγεννα είναι, γι’αυτό, άμεσα συνδεδεμένα και με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αλλά και την Ανάληψη και την Πεντηκοστή...
Ο Χριστός-Θεάνθρωπος χαράζει το δρόμο, που καλείται να βαδίσει κάθε σωζόμενος άνθρωπος, ενούμενος μαζί Του.
Ο Ευαγγελισμός και τα Χριστούγεννα οδηγούν στην Πεντηκοστή, το γεγονός της θεώσεως του ανθρώπου εν Χριστώ, μέσα δηλαδή στο σώμα του Χριστού. 
Αν τα Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεού ως ανθρώπου, η Πεντηκοστή είναι η τελείωση του ανθρώπου ως Θεού κατά χάριν. 
Με το βάπτισμά μας μετέχουμε στη σάρκωση, το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ζούμε και μεις τα «Χριστούγεννά μας», την ανά-πλασή μας. 
Οι Άγιοι δε, που φθάνουν στην ένωση με το Χριστό, τη θέωση, μετέχουν στην Πεντηκοστή και φθάνουν έτσι στη τελείωση και ολοκλήρωση του αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου. 

Αυτό σημαίνει εκκλησιαστικά πραγμάτωση του ανθρώπου, εκπλήρωση δηλαδή του σκοπού της υπάρξεώς του.
Όσο και αν είναι κουραστικός ο θεολογικός λόγος, και μάλιστα στον αμύητο θεολογικά σύγχρονο άνθρωπο, δεν εκφράζει παρά την πραγματικότητα της εμπειρίας των Αγίων μας. 
Μέσα από αυτήν την εμπειρία και μόνο μπορούν να κατανοηθούν εκκλησιαστικά, δηλαδή Χριστοκεντρικά, τα Χριστούγεννα. 
Αντίθετα, η αδυναμία του μη αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τα Χριστούγεννα έχει οδηγήσει σε κάποιους γύρω απ’ αυτά μύθους. Οι άγευστοι της αγιοπνευματικής ζωής, μη μπορώντας να ζήσουν τα Χριστούγεννα, μυθολογούν γι’αυτά, στα όρια της φαντασίας και μυθοπλασίας, χάνοντας το αληθινό νόημά τους.

Έτσι πλάσθηκε ένας «Χριστιανισμός» άλλου είδους, που δεν διαφέρει από μυθοπλασία, αφού προβάλλει στο Θεό τη φαντασία και τις προλήψεις μας. Η εκλογίκευση και η εκνομίκευση του μυστηρίου του Θεανθρώπου είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος του Χριστιανισμού στην ιστορία.
Η θρησκευτική (τυπολατρική) συνείδηση ζει το «σκάνδαλο» της ενανθρωπήσεως καταφεύγοντας στη θρησκειοποίηση της Πίστεως.
Εξαντλεί το νόημα των Χριστουγέννων στις τελετές και χάνει τον αληθινό σκοπό τους, που είναι η «υιοθεσία» (θέωση). «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν...» (Γαλ. 4,5). 

Είναι το σκάνδαλο του φαρισαϊσμού, έστω και αν λέγεται Χριστιανισμός...
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, προσφέρει δυνατότητα ορθής προσεγγίσεως των Χριστουγέννων, δηλαδή αγιοπνευματικής: «Τοίνυν εορτάζομεν μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς. μη κοσμικώς, αλλά υπερκοσμίως . μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου (=όχι δηλαδή τους εαυτούς μας, αλλά τον Χριστόν ας τιμάμε...). μάλλον δε τα του Δεσπότου. μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας. μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως..» (Ε.Π. 36,516). 
Παρεμβάσεις Ιστορικές και Θεολογικές


Εκδ. «Διήγηση», Αθήνα 1998. 
Πηγή: myriobiblos.gr

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

"Ἐπιστήμη-Θεολογία, Ἀπὸ τὸ ἀκατανόητο τοῦ κτιστοῦ στὸ μεθεκτὸ τοῦ ἀκτίστου"



Ἡ ὁμιλία τῆς ἀναγορεύσεως τοῦ Μητροπολίτη Μεσογαίας Νικολάου σὲ Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 3.11.2008

Αἰσθάνομαι εἰλικρινῆ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μοναδικότητα τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἐπιτρέψτε μου στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας δημόσια να ὁμολογήσω ὅτι τίποτε δὲν ἔχει μεγαλύτερη τιμὴ καὶ ἀξία ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τιμὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτήν, ἡ παροῦσα εὐκαιρία ἀποτελεῖ βαρύτατο δῶρο γιὰ μένα, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζω καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

Σὲ μιὰ χρονικὴ συγκυρία παγκόσμιου ἐκφυλισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεολογιῶν, γενικευμένης κατάρρευσης τοῦ χρηματοοικονομικοῦ μας εἰδώλου, ἀπροσδόκητου κλονισμοῦ τῆς τεχνολογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μας ἔπαρσης στὴ Γενεύη, ἀνεπίστροφης καταστροφῆς του φυσικοῦ μας περιβάλλοντος σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς καὶ ἀλόγιστης ἐκδαπάνησης τοῦ φυσικοῦ μας πλούτου∙ σὲ μιὰ περίοδο ποὺ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐπιστρατεύονται γιὰ νὰ καταργήσουν τὰ αἰώνια «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὶς παγκόσμιες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ λογικὲς σταθερές, σὲ μιὰ ἐποχὴ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ διαχρονικοῦ συστήματος τῶν ἀξιῶν, νοσηρῆς προβολῆς τῶν ἀνθρώπινων ἐπιτευγμάτων καὶ ταυτόχρονης περιπλοκῆς τῶν διαπολιτισμικῶν ἐπικοινωνιακῶν μηχανισμῶν, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ ἄγνωστη ἐμπειρία καὶ ὁ περὶ Θεοῦ λόγος στερεῖται θεολογίας, τὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς ἱστορικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μοῦ κάνει τὴν τιμὴ νὰ μὲ ἀναγορεύσει διδάκτορά του.

Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐπὶ πλέον διασπᾶ ἱστορικοὺς δεσμούς, ὅπως τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μὲ τὴ ζῶσα χριστιανικὴ πνοή, ἢ αἰώνιες σχέσεις, ὅπως τῆς φυσικῆς γνώσης μὲ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία, δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀξιολογήσω τὴν παροῦσα στιγμὴ καὶ νὰ προσδιορίσω μὲ ἀκρίβεια τὶς συντεταγμένες της. Βλέποντας ὅμως στὴν αἴθουσα αὐτὴν τῶν Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν νὰ συνυπάρχουν τὰ λάβαρα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, θεολόγοι ἐπιστήμονες καὶ ἐπιστήμονες πιστοί, σεβασμὸς στὴ θύραθεν καὶ στὴν κατὰ Θεὸν σοφία, καὶ διερωτώμενος γιὰ πόσο ἀκόμη καὶ γιατὶ ὄχι γιὰ πάντα, καταλήγω στὸ κλειδὶ τῆς σημερινῆς ἐκδηλώσεως.

Ἡ λέξη κοινωνία εἶναι μία μαγικὴ λέξη, συγγενὴς μὲ τὴ λέξη μέθεξη. Σημαίνει περιχώρηση ἐν ἀγάπῃ, ὅταν ἀναφέρεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Σημαίνει ἀνακάλυψη υἱοθεσίας, ἀποκάλυψη ἀληθείας καὶ «ὀθνεία ἀλλοίωση», ὅταν ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Σημαίνει ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνεύρεση, συνάντηση, συμπόρευση, ζωντανὸ διάλογο, ὅταν ἀναφέρεται σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη σχέση. Σκέφθηκα, λοιπόν, σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἐν τοῖς πράγμασι κοινωνία δύο φαινομενικὰ ἀντικρουομένων ἢ τουλάχιστων ἀσύμβατων συστημάτων σκέψης: τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς συνακόλουθης ἐπιστημονικῆς λογικῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαχρονικῆς Ὀρθόδοξης θεολογικῆς πνοῆς -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ ὅρος- ἀφ’ ἑτέρου.


Τὸ ἀσύλληπτο τῆς ἀριθμητικῆς πραγματικότητος

Βασικὸ στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀποτέλεσμα τῆς θείας σοφίας,  εἶναι ἡ ἁρμονία, ἡ ὁποία πιὸ πολὺ διαπιστώνεται παρὰ κατανοεῖται, γίνεται περισσότερο ἀντιληπτὴ καὶ ἐλάχιστα καταληπτή. Συνδέεται κυρίως μὲ μιὰ ἀπολαυστικὴ αἴσθηση παρὰ μὲ μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἑρμηνεία. Ὁ κόσμος μας δὲν κυριαρχεῖται μόνον ἀπὸ ἕνα χρῶμα, ἀπὸ μία συχνότητα, ἀπὸ ἕνα εἶδος, ἀπὸ φωτοαντιγραφικὴ ὁμοιότητα, ἀπὸ μονότονη συμμετρία. Γιὰ κάποιον λόγο, παρουσιάζει ἀνακουφιστικὲς ἀσυμμετρίες, ὄμορφες ἀνομοιότητες, ἰσορροπημένες ποικιλότητες, ἁρμονικές διαφορετικότητες. Αὐτὲς γεννοῦν τὴ μελωδία, συνθέτουν τὴν ἁρμονία, προβάλλουν τὴν αἰσθητική, ὑπογραμμίζουν τὴ σημασία τῆς συμπληρωματικότητας, ἀναδεικνύουν τὰ πρόσωπα.

Ἡ ποικιλότητα ἀποτελεῖ ἰδίωμα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἡ δὲ αἰτία καὶ ἡ ἀριθμητική της ἔκφραση ὑπερβαίνουν τὶς ἀνθρώπινες ἀντιληπτικὲς δυνάμεις καὶ συνθλίβουν τὰ ὅρια τοῦ νοῦ. Στὸ σύμπαν μιλᾶμε γιὰ δισεκατομμύρια γαλαξιῶν μὲ μεγάλες μεταξύ τους ὁμοιότητες ἀλλὰ καμμία ταυτότητα· κανένας δὲν εἶναι ἴδιος μὲ κάποιον ἄλλον. Κάθε γαλαξίας ἔχει δισεκατομμύρια ἀστέρων, ποὺ καὶ αὐτοὶ παρουσιάζουν μία τεράστια ποικιλία ἰδιοτήτων, χαρακτηριστικῶν, χημικῆς συστάσεως, πυρηνικοῦ περιεχομένου.

Στὸν κόσμο τῆς Μοριακῆς Χημείας, συναντοῦμε ἕνα πλῆθος ἀπὸ στοιχεῖα, καθὼς δὲ διεισδύουμε στὰ ἐνδότερα τοῦ ὑπατομικοῦ κόσμου καταλήγουμε σὲ ποικίλα στοιχειώδη σωμάτια, ὅπου τὸ καθένα ἔχει τὴν ἀποστολή του καὶ ἐπιτελεῖ τὸν μοναδικὸ σκοπό του. Ἄλλα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὑλικὰ (ὅπως τὰ quarks καὶ τὰ λεπτόνια), ἄλλα εἶναι φορεῖς τῶν δυνάμεων καὶ ἄλλα πολὺ βαρύτερα, τὰ ὑπερσωματίδια, φαίνεται πὼς συμπληρώνουν τὴν ἀπαιτούμενη συμμετρία.

Ἀλλὰ καὶ στὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο ἀντικρύζει κανεὶς μιὰ ἀνάλογη κατάσταση. Ἕνα πλῆθος εἰδῶν, τὸ καθένα μὲ τὰ ἰδιώματα καὶ τὴ γενετικὴ πολυπλοκότητα καὶ διαφορετικότητά του, γεμίζουν καὶ κοσμοῦν τὸν κόσμο μὲ τὴ συνεισφορὰ καὶ τὴν παρουσία τους.

Κάποιες δεκάδες χιλιάδες γονιδίων συνδυάζονται μεταξύ τους γιὰ νὰ ἐκφράσουν μορφολογικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ νὰ προσδιορίσουν τὴ δυναμικὴ τῆς ὑγείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἐκφράζουν τὴ γενετικὴ καὶ γονιδιωματικὴ διαφορετικότητά μας εἶναι ἀσύλληπτοι.

Ἡ δύναμη τῆς ποικιλότητας φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀνομοιομορφία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων, καὶ κατὰ τὴ σύντηξη ὠαρίου-σπερματοζωαρίου μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν 232 διαφορετικὰ μεταξύ τους ζεύγη. Αὐτὰ συνδυαζόμενα ἀνὰ 23 δημιουργοῦν ἕνα ἀσύλληπτο γενετικὸ «ἀνακάτωμα» ποὺ δίνει 1040 ἀνεξάρτητες δυνατότητες, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δύο γονεῖς θὰ μποροῦσαν νὰ δώσουν ἕναν τέτοιον ἀριθμὸ διαφορετικῶν μεταξύ τους ἀπογόνων[1]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἀπόλυτα παρόμοια ἀνθρώπινα ὄντα καὶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρξουν[2].

Ὅλα αὐτὰ τὰ παρατηροῦμε ἢ καὶ τὰ ὑπολογίζουμε, χωρὶς ὅμως νὰ κατανοοῦμε τὶς διαστάσεις καὶ τὶς ἀποστάσεις τους, χωρὶς νὰ χωροῦμε τὶς ἡλικίες τους, τὴν ἱστορία τους, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ μεγέθη τους καὶ τὰ αἴτιά τους. Ἀριθμοὶ πάνω ἀπὸ 1010, δηλαδὴ μεγαλύτεροι ἀπὸ δέκα δισεκατομμύρια, δὲν χωροῦν στὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι γιὰ νὰ καταμετρηθοῦν τὰ 6,5 δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ σήμερα ζοῦν στὴ γῆ, μὲ συχνότητα ἑνὸς τὸ δευτερόλεπτο, ἀπαιτοῦνται περισσότερα ἀπὸ 220 χρόνια. Στὸ σύμπαν ὅμως μιλοῦμε γιὰ μεγέθη μέχρι καὶ 1087, τόσος εἶναι ὁ ὄγκος του σὲ mm3. Κάθε προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἐκθέτες ἀποτελεῖ τραγικὴ ματαιοπονία. Μιλοῦμε γιὰ χρόνους 10-43sec∙ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζει τὴν πιὸ ἀπόμακρη στιγμὴ ἀπὸ τὸ σήμερα καὶ τὴν πιὸ κοντινὴ στὸ big bang∙ ἕνας μικρὸς χρόνος ἴσος μὲ αὐτὸν ποὺ ἀπαιτεῖται ὥστε τὸ φῶς, ποὺ καλύπτει τὴν ἀπόσταση Γῆς - Σελήνης σὲ ἕνα δευτερόλεπτο, νὰ διανύσει ἀπόσταση ἴση μὲ τὴ διάμετρο τοῦ πρωτονίου. Οὔτε τὸ μεγάλο συλλαμβάνεται οὔτε τὸ μικρὸ χωράει στὸ νοῦ μας.

Τελικά, ἡ ἀκρίβεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνδεικτική, στατιστικὴ καὶ συχνὰ ἀσυμπτωτικὴ παρὰ ἀριθμητικὰ καὶ λογικὰ ἀποδεικτική. Ἀλλὰ καὶ ὅταν συμβαίνει τὸ δεύτερο, ἡ κατανόηση αὐτῶν τῶν μεγεθῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη. Ὁ κτιστὸς κόσμος μας γνωρίζεται, ἀλλὰ δὲν κατανοεῖται.


Μιὰ φύση μὲ κρυμμένα τὰ μυστικά της

Στὸν ὑπέροχο καὶ ταυτόχρονα παράξενο αὐτὸν κόσμο, συνυπάρχει τὸ μικρὸ μὲ τὸ μεγάλο, τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο, ἡ γνώση μὲ τὴν ἀγνωσία, τὸ μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ἡ ἑνότητα μὲ τὴ διαφορετικότητα.

Ἐνῶ κάποιοι μιλοῦν γιὰ τὴ θεωρία τῶν πάντων, διακηρύσσουν ταυτόχρονα ὅτι «εἴμαστε μιὰ ἀνακατανομὴ τοῦ τίποτα»∙[3] ἐνῶ ἀναφερόμαστε σὲ θεωρίες Ὑπερσυμμετρίας, αὐτὲς ποὺ μὲ βεβαιότητα σήμερα υἱοθετοῦμε ἔχουν τὰ ὀνόματα τῆς Σχετικότητας καὶ τῆς Ἀβεβαιότητας. Ἐνῶ θεωροῦμε ὅτι ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ γενετικὰ μυστικά μας, ταυτόχρονα ἀδυνατοῦμε νὰ καταπολεμήσουμε μικροὺς καὶ μεγάλους βιολογικοὺς ἐχθρούς μας. Ἴσως βρίσκουμε τὰ μυστικὰ τῶν θεωριῶν μας, ἴσως περιγράφουμε τὴν ἀπώτερη ἀρχὴ καὶ τὸ ἔσχατο τέλος μας ἢ τὶς λεπτομέρειες τοῦ μικρόκοσμου καὶ τοῦ μακρόκοσμου μας, δὲν τὰ καταφέρνουμε ὅμως καλὰ μὲ τὸ παρὸν καὶ τὴν πραγματικότητά μας. Ἐνῶ μὲ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ πολὺ μικροῦ καὶ χρονικὰ ἀπειροστοῦ, ἀνιχνεύουμε τὰ μυστικὰ τοῦ κοσμικὰ ἀρχικοῦ καὶ τοῦ συμπαντικὰ πολὺ μεγάλου, καταφέρνουμε τὰ μικρὰ προβλήματα νὰ τὰ κάνουμε ἀνυπέρβλητα μεγάλα.

Ἡ φύση δείχνει πώς, ὅσο τὴν πλησιάζουμε, ἀρέσκεται νὰ ἀποκρύπτει τὰ μυστικά της. Πλησιάζουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μόλις 10-43 sec ἀπὸ τὸ big bang, καὶ πρὶν τὴν κατακτήσουμε, καταρρέουν οἱ ἐξισώσεις μας, ἔχουμε ἀνωμαλία (singularity). «Ἡ μεγάλη Ἔκρηξη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἄγνοιάς μας»[4], ὁμολογεῖ ὁ μεγάλος Ἕλληνας φυσικὸς Γιάννης Ἡλιόπουλος. Κυνηγοῦμε τὶς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος, τὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα του, καὶ διαπιστώνουμε ὅτι, ὅσο τὶς πλησιάζουμε, αὐτὲς ἀπομακρύνονται μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοῦ Hubble). Ὅσο αὐξάνουμε τὴ γνώση μας γιὰ τὸν κόσμο, τόσο αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὴ διογκούμενη ἀγνωσία μας. Ἡ θεωρία τῆς ἀβεβαιότητος (Uncertainty Principle) αὐτὸ ἀποδεικνύει. Προσδιορίζουμε μὲ ἀκρίβεια μιὰ ἰδιότητα τῆς φύσης καὶ ὑποχρεωνόμαστε σὲ σφάλμα γιὰ τὴ συζυγῆ της. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ σύμπαν∙ προχωροῦμε στὴν ἔρευνά του καὶ βρίσκουμε μαῦρες τρύπες, σκοτεινὴ ὕλη καὶ ἐνέργεια, μυστικὲς συμμετρίες, σωμάτια ποὺ ἀγνοοῦμε τὰ βασικά τους στοιχεῖα, παράξενες ὀντότητες, ποὺ τοὺς ἀποδίδουμε μεταφυσικὰ ὀνόματα (strange quark, God’s particle), οἱ ὁποῖες ὅμως κρύβουν τὰ πιὸ ὡραῖα μυστικά.

Ὁ κόσμος γίνεται φοβερὰ ἑλκυστικός, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται τραγικὰ ἀπομονωτικός. Οἱ μεγάλες φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τιμὲς ποὺ δικαιολογοῦν τὴν ὑποχρεωτική μας ὕπαρξη ὡς ἀνθρώπων (Ἀνθρωπικὴ Ἀρχή) ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπίσης ὑποχρεωτική μας ἀπομόνωση. Τὸ σύμπαν εἶναι τεράστιο καὶ οἱ ταχύτητες ἀνυπέρβλητα μικρές. Ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, ἡ μεγαλύτερη ταχύτητα, ἡ ταχύτητα τῆς ἐπικοινωνίας μας, εἶναι ἀξεπέραστη καὶ πεπερασμένη. Μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε -νὰ λαμβάνουμε ἐρεθίσματα-, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε -νὰ στέλνουμε μηνύματα-, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ διαλεχθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νὰ ἐπικοινωνήσουμε διαστρικὰ καὶ διαγαλαξιακά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ τηλεσκόπιά μας εἶναι μόλις τὸ 4% τοῦ σύμπαντος. Τὸ ὑπόλοιπο 23% εἶναι σκοτεινὴ ὕλη καὶ τὸ 73% σκοτεινὴ ἐνέργεια. Καὶ ἐκεῖ κρύβεται τὸ μυστικὸ τοῦ κόσμου μας. Εἶναι τόσο λίγα αὐτὰ ποὺ γνωρίζουμε καὶ τόσο περισσότερα αὐτὰ ποὺ ἀγνοοῦμε!

Κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες, ἡ φυσικὴ καὶ ἡ γεωμετρία ἐκφράζονται μὲ τρόπους ποὺ ἀντιβαίνουν στὶς αἰσθήσεις μας. Ἡ πραγματικότητα μοιάζει περισσσότερο μὲ φαντασία. Στὶς μεγάλες διαστάσεις, στὸ σύμπαν, ὁ χῶρος καμπυλώνεται, ἡ εὐκλείδια γεωμετρία καταργεῖται. Στὶς ἀπειροστὰ μικρές, ὁ χῶρος ἀποκτᾶ πολλαπλότητα καὶ φυσικὲς διαστάσεις -ἴσως ἑπτὰ τὸν ἀριθμό- ἐντελῶς ἄγνωστες καὶ ξένες στὴ φυσική μας ἀντίληψη. Στὶς ὑψηλὲς ταχύτητες ὁ χρόνος διαστέλλεται, τὸ μῆκος συστέλλεται, ἡ φυσικὴ αἴσθηση παραβιάζεται. Στὶς διαστάσεις τῆς νανοκλίμακας, ποὺ πλέον τεχνολογεῖται, ἡ ὕλη ἐμφανίζει ἐντελῶς ἀσυνήθεις ἰδιότητες καὶ ἐνῶ στὴν τεχνολογία θαυματουργοῦμε στὴν πρόληψη καὶ πρόνοια ἀδυνατοῦμε.

Μιὰ ἀκόμη ματιὰ στὸν κόσμο μας μᾶς πείθει ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὀμορφιά του συνυπάρχουν μὲ ἀτέλειες, ἀναπηρίες, φθορὰ καὶ θάνατο. Μέσα σὲ ἀστρικὰ συντρίμμια γεννιοῦνται νέοι ἀστέρες. Μαζὶ μὲ τὴν ὑπερσυμμετρία στὰ 10-33cm τοῦ πρωτόγονου σύμπαντος ἢ στὰ 10-36 sec ἀπὸ τὸ big bang, ὑπάρχει μιὰ μεγάλη ἀσυμμετρία στὸν κόσμο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σπίτι μας. Τὸ σύμπαν παρὰ τὰ φωτεινὰ ἀστέρια του, τὶς ὑψηλὲς θερμοκρασίες τους, τὰ ἄπειρα ἀστρικὰ συστήματά του, τὴν ἀέναο κίνηση τῶν γαλαξιῶν του, εἶναι πολὺ σκοτεινὸ -μὲ ἐλάχιστα φωτόνια-, εἶναι πολὺ ψυχρὸ -μόλις 2,70 Κ, εἶναι πολὺ ἄδειο -μὲ τεράστιο κενό, στατικό.

Τὸ ἀκατανόητο συντελεῖ ὥστε κάποιοι νὰ προσπαθοῦν τὶς φιλοσοφικὲς ἐπιθυμίες τους νὰ τὶς θωρακίσουν μὲ μεταφυσικίζουσες ἐπιστημονικὲς θεωρίες, νὰ τὶς κρύψουν σὲ ἐξωσυμπαντικοὺς κόσμους, σὲ ἀναπόδεικτες ἑρμηνεῖες, σὲ ἀκατανόητες καὶ ἀνεξέλεγκτες ἐπιστημονικοφανεῖς ἀδολεσχίες. Μιλοῦν γιὰ ὑπερσυμμετρίες, γιὰ πολυσύμπαντα, γιὰ πιθανολογικὲς φαντασιώσεις, γιὰ παραμυθένιους ἐκθέτες στὶς ποσοτικές τους ἐκτιμήσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνίοτε διαφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης μὴ ἐπιστημονικά. Ἀπορρίπτουν τὴν πίστη, ἀλλὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ μᾶς πείσουν γιὰ τὶς θεωρίες τους, ποὺ κανεὶς δὲν κατανοεῖ, εἶναι νὰ τοὺς πιστέψουμε. Φαίνεται πὼς ἐνῶ ἡ αἴγλη τῆς ἐπιστήμης εἶναι μεγαλύτερη, ἡ ἕλξη τῆς φιλοσοφικῆς αὐθαιρεσίας εἶναι δυνατότερη.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ὅρους ποὺ μοιάζουν μεταφυσικοί, γνωρίζοντας ὅτι μὲ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐργαλεῖα της εἶναι στὴν οὐσία ἀσυμπτωτικοί, ἄφθαστοι, ἀπρόσιτοι. Γιὰ παράδειγμα τὸ ἄπειρο -ἔχει καὶ μαθηματικὸ σύμβολο-, τὸ αἰώνιο -ἀποτελεῖ φυσικὸ πλέον ὅρο- ὅλο καὶ περισσότερο χρησιμοποιούμενο. Οἱ τελευταῖες θεωρίες βιάζονται νὰ μιλήσουν γιὰ τελειότητα καὶ πληρότητα ἑρμηνειῶν. Παρὰ ταῦτα ἡ ἐπιστήμη στὴν προσπάθειά της νὰ γνωρίσει καλὰ τὸν κτιστὸ κόσμο ὁδηγεῖται στὴ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας της νὰ τὸν κατανοήσει.

Η εμφάνιση του Ιησού Χριστού στον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο (από εδώ)

Τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φύση, ἔχουμε πρόβλημα καὶ μὲ τὴν κατανόηση τῆς βιολογικῆς μας ταυτότητος.

Στὸν κώδικα τῆς ζωῆς, ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο καὶ διαπιστώνουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ διαβάσουμε. Κι ἐδῶ μιλοῦμε μὲ ἀριθμοὺς ποὺ δὲν κατανοοῦμε, μὲ πιθανότητες ποὺ δὲν ἐπιβεβαιώνονται. Προσεγγίζουμε τὸ γονιδίωμα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀποκαλύπτουμε τὴ γενετικὴ ἀλήθεια μας, καὶ αὐτὸ μᾶς προωθεῖ στὸ πρωτέωμα, μὲ τὴ διαβεβαίωση τῆς μεγαλύτερης ἀγνοίας μας. Πρὶν προλάβουμε νὰ μάθουμε τὸ ἕνα ἀλφάβητο, ὁδηγούμαστε στὴν ἀνάγκη ἐκμάθησης μιᾶς δυσκολότερης γλώσσας.

Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν μορφῶν τῆς ζωῆς, ἐμφανίζονται ἄλλες πιὸ ἐξελιγμένες. Μέσα στὴ γενετικὴ περιουσία τοῦ ἀνθρώπινου κυττάρου, ἀκόμη καὶ τὸ ἀποκαλούμενο ἄχρηστο DNA (junk DNA), φαίνεται πὼς διακριτικὰ ἀποκρύπτει πλοῦτο μυστικῶν ποὺ παίζουν ἕναν καθόλου εὐκαταφρόνητο ρόλο στὴν ὅλη κληρονομικὴ διαδικασία καὶ τὸν προσδιορισμὸ τῶν βιολογικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀτόμου.

Οἱ σύγχρονες ἐπιστῆμες τῆς νευροφυσιολογίας καὶ τῆς νευροβιολογίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς νόησης, μᾶς εἶναι ὁ μεγάλος ἄγνωστος. Δὲν κατανοοῦμε οὔτε τοὺς μηχανισμοὺς τοῦ ἐγκεφάλου οὔτε τὴ δυναμικὴ τῆς κατανόησης.

Αἰσθανόμαστε πὼς τὸ πραγματικὸ σύμπαν εἶναι αὐτὸ τῆς ἀγνωσίας μας, ὅπου ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε διάσπαρτους ἀστέρες καὶ γαλαξίες, ἀπόψεις καὶ θεωρίες, ἐντυπωσιακῆς ἀλλὰ μερικῆς γνώσεως «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»[5].

Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει καὶ ἡ φιλοσοφικὴ ὁδός. Οὔτε αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε πῶς ἡ μεγάλη ἡλικία τοῦ σύμπαντος συνυπάρχει μὲ τὴ σύντομη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, ἡ σοφία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν καταστροφικότητα, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη μὲ τὸ κακό.

Ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ὅποιου ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἀσύλληπτο κλάσμα τῆς ἡλικίας τοῦ σύμπαντος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦμε μέσα σὲ ἕναν κόσμο σκεπτόμενοι ἀλλὰ ἀγνοοῦντες, δυνατοὶ κατὰ τὴ σκέψη ἀλλὰ ἀπειλούμενοι ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ τὴ φύση, γεμᾶτοι ζωὴ ἀλλὰ συνεχῶς καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὸν θάνατο, μὲ ἔμφυτη μυστικὴ ἀναζήτηση ἀλλὰ πλήρη ἀνεπάρκεια ἀνακάλυψης τοῦ ὑπερλόγου, ἂν δὲν ἀποτελεῖ τραγωδία, εἶναι μυστήριο. Τελικά, δὲν ἀποτελεῖ μυστήριο μόνον ἡ φύση ἀλλὰ καὶ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος.

Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται πὼς εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα βιολογικὸ κυτταρικὸ σύστημα. Ἡ ποικιλία τῶν ἐπιλογῶν τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἡ χαρακτηριστικὴ διαφορετικότητά του, ἡ ἰδιομορφία τῆς ψυχικῆς ἔκφρασής του, ἡ δημιουργικότητα τῆς σκέψης του, τὸ κτίσιμο τοῦ προσώπου του εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἀνατομικὰ ἰδιώματα καὶ ἀνιχνεύσιμες βιοχημικὲς διεργασίες. Ἡ βιολογική του ἀρχὴ σηκώνει τὸ βάρος τῆς ὑπαρκτικῆς ἔναρξης, ἐνῶ τὸ τέλος παραπέμπει στὴν εὐθύνη τῆς ἄγνωστης, ἐνδεχομένως πολὺ ἀνώτερης, συνέχειας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς μοναδικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στὴν ὑποψία τοῦ μὴ τέλους του καὶ στὴν αἴσθηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς του. Ἡ βιολογική του ὑπόσταση τὸν κοσμεῖ μὲ τὴν ὀμορφιὰ μιᾶς ὀργανωμένης νομοτέλειας, ἐνῶ ἡ πνευματική του μὲ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς ἀνεπανάληπτης αὐτεξουσιότητας.

Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια,  τὸ «ἄν», τὸ «πώς» καὶ τὸ «πότε» τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς βιολογικῆς πορείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἐξέχουσας σημασίας. Ἡ ἐποχή μας, μὲ τὴν ἀντισυλληπτικὴ καὶ περιγεννητικὴ τεχνολογία της, μπορεῖ νὰ καθορίσει τὸ ἂν κάποιος θὰ συλληφθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ὑπάρξει- καὶ τὸ ἂν τελικὰ θὰ γεννηθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ζήσει. Μπορεῖ νὰ ἀλλοιώνει κατ’ ἐπιθυμία τὴ μορφὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ζωῆς. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐπιβραδύνει τὸν θάνατο, μπορεῖ νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ παρεμβαίνει τεχνολογικὰ καὶ νὰ δημιουργεῖ νέες καταστάσεις ζωῆς καὶ πρωτοφανεῖς συνθῆκες θανάτου. Μπορεῖ νὰ προκαλεῖ τὴ δυνατότητα πλήθους ἐπιλογῶν.

Παρὰ ταῦτα, θέτει κενοφανῆ ἐρωτήματα, ποὺ ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει, καὶ προξενεῖ πρωτόγνωρα διλήμματα, ποὺ ὅμως προσπαθεῖ μάταια νὰ ὑποβαθμίσει. Ἡ συζήτηση γιὰ τὸ πότε ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ ζωὴ ἢ γιὰ τὸ status τῶν κρυοσυντηρημένων ἐμβρύων ἢ τὸ πῶς συνδέεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα ἢ τὸ τὶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὶ ὁ θάνατος, ἐνῶ παρουσιάζει ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον δὲν δείχνει νὰ φθάνει σὲ ὁριστικὸ τέλος στὸ ὁρατὸ μέλλον. Οἱ συνέπειές της ὅμως εἶναι τεράστιες, καθὼς ἐνίοτε ὁδηγοῦν σὲ μιὰ εὐπρόσδεκτη εὐγονικὴ καὶ εὐθανασιακὴ λογικὴ ποὺ φαίνεται ἠθικὴ καὶ σὲ μιὰ ἀνεπιθύμητη ἠθικὴ ποὺ παρουσιάζεται πολὺ σκληρή. Μὲ βάση τὴν αὐθαίρετη γνώση τοῦ ἀγνώστου τὸ τοπίο τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν ἀξιῶν κυριολεκτικὰ παραμορφώνεται.

Τὸ πότε ἀρχίζει ἢ τελειώνει ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἐπιστημονικὸ θέμα. Οὔτε προσδιορίζεται μὲ ἀκριβεῖς ὁρισμούς, νομικὲς παρατηρήσεις, πολιτικὲς ἀποφάσεις ἢ ἀριθμούς. Τὸ πῶς καὶ γιατί τῆς ἀρχῆς τῆς ζωῆς εἶναι μυστικὸ ἀνεξιχνίαστο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τὴ ζωὴ δὲν τὴν ἀντικρύζουμε ὡς δικαίωμα πού μᾶς ἀνήκει, ἀλλὰ τὴ σεβόμαστε ὡς μυστήριο πού μας ὑπερβαίνει.


Πρὸς τὸ μεθεκτὸν τοῦ ἀκτίστου


Τὰ πάντα συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ κτιστὸς φυσικὸς καὶ ὑλικὸς κόσμος δείχνει λίγα καὶ κρύβει πολλά. Τὸ νοητό του μέρος κυρίως ὑποψιάζει γιὰ τὸ πολύ του ἀκατανόητο. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὅπως τὸν βέπουμε καὶ τὸν νοοῦμε. Ἁπλὰ τὸ γνωστὸ καὶ τὸ νοητὸ παραπέμπουν σὲ ἄλλες διαστάσεις ὕπαρξης, γνώσης καὶ ἀλήθειας, κτιστῆς φυσικά, συμπληρωματικῆς ποὺ ὅμως μᾶς ὑπερβαίνει. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὴ σύγχρονη ἐπιστήμη.

Ζοῦμε σὲ μιὰ μοναδικὴ ἐποχή. Ἡ ἔκρηξη τῆς γνώσης καὶ τῆς πληροφορίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ χρησιμότερο συμπέρασμα: Τελικά, εἴμαστε ἀπίστευτα μικροί, ὑπερβολικὰ μόνοι, πολὺ στιγμιαῖοι γιὰ τοὺς κοσμικοὺς χρόνους  γιὰ νὰ ποῦμε:

α) ὅτι γνωρίζουμε τὸν κόσμο,

β) ὅτι τὸν  κατανοοῦμε καὶ

γ) ὅτι μποροῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε.

Ἡ μέγιστη ταχύτητα ἐπικοινωνίας, ἡ ἰλιγγιώδης ταχύτητα τοῦ φωτός, εἶναι πεπερασμένη καὶ τὸ σύμπαν ἀσύλληπτα μεγάλο. Αὐτὸ τὴν κάνει πολὺ μικρή. Ἐνῶ, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, εἴμαστε κοινωνικὰ ὄντα, «ὁ ἄνθρωπος ζῷόν ἐστι πολιτικόν»[6], εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ μοναξιά. Ἐνῶ, κατὰ τὸν ἴδιο Ἕλληνα ἀρχαῖο φιλόσοφο, «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται ὁ ἄνθρωπος»[7], εἴμαστε καταδικασμένοι καὶ σὲ ἄγνοια. Ἔτσι φαίνεται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας μας. Ἐνῶ ἡ κατάστασή μας, τὰ ἐπιτεύγματά καὶ ἡ γνώση μας σὲ ἀνθρώπινη κλίμακα εἶναι ἀπίστευτα, συγκλονιστικὰ καὶ ἀσύλληπτα, τὴν ἴδια στιγμή, σὲ κοσμικὲς διαστάσεις πλησιάζουν τὸ τίποτα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ λάθος.

Ταυτόχρονα, ὅμως, εἴμαστε καὶ πολὺ διαφορετικοὶ καὶ ἰδιαίτεροι μέσα στὸ σύμπαν. Μοναδικοί! Διαθέτουμε λόγο (σκέψη καὶ λογικότητα) καὶ λόγο (δυνατότητα ἔναρθρης ἔκφρασης). Τὸ σύμπαν καὶ ἡ φύση δὲν ἔχουν λόγο, ἀλλὰ ἐμφανίζουν λογική: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα»[8]. Αὐτὴ τὴ λογικὴ μποροῦμε νὰ τὴν προσεγγίσουμε ἐπιστημονικά, μποροῦμε ὅμως καλύτερα νὰ τὴν κατανοήσουμε πνευματικά.

Σήμερα χρησιμοποιοῦμε ὅρους στὴ Φυσικὴ ὅπως Ὑπερσυμμετρία, Ὑπερχορδὲς, Ὑπερσύμπαντα θέλοντας νὰ δείξουμε τὸ πέραν τοῦ αἰσθητοῦ καὶ λογικοῦ, ὅπως καὶ στὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦμε τοὺς ὅρους Ὑπερευλογημένη γιὰ τὴν Θεοτόκο, Ὑπερκόσμιος γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ Ὑπερούσιος γιὰ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὸ πέραν τοῦ κατανοητοῦ καὶ τοῦ ἀντιληπτοῦ, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὑπὲρ φύσιν κόσμου, τὸ μετὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ὑπὲρ τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων.

Παρά ταῦτα, ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία διακατέχεται ἀπὸ μία τάση νὰ ἀποδείξει τὴν αὐτάρκειά της καὶ γι’ αὐτὸ ἀντιστρατεύεται στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἴσως διότι διαλέγεται μαζί Του στὸ ἐπίπεδο τῆς δυνάμεως. Δὲν θέλει ἕναν παντοδύναμο θεό. Προτιμᾶ δυνατότερο τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐρευνᾶ γιὰ ἀξίες πιὸ σίγουρες, κατὰ τὴν ἄποψή της, χωρὶς Θεό.

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, πίστη καὶ θεολογία δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ὕπαρξής τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τῆς ἀποδεδειγμένης παρουσίας Του. Ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ βάλει τελεία στὴν ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Κάθε προσπάθεια ἀποδείξεως τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ματαιοπονία. Ὁ Θεὸς ὡς μυστήριο εἶναι καλύτερα νὰ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητεῖται πνευματικὰ παρὰ νὰ ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά. Θεὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει ἤ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι θεός.

Ὁ Θεὸς ὡς ΩΝ ἐμφανίζεται ἀπρόσιτος στὴν κτίση∙ Τὸν ψάχνουμε καὶ κρύβεται, εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του. Ἀντίθετα, ὡς ΠΑΡΩΝ εἶναι φίλος καὶ πατέρας τῆς κτίσης∙ φανερώνεται, εἶναι μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του∙ βιωματικὰ διαπιστώνεται, κοινωνεῖται. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη πιστοποιεῖ τὸ πρῶτο∙ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιβεβαιώνει τὸ δεύτερο.

Ὁ Αὐγουστῖνος διεκήρυξε ὅτι μὲ τὸν νοῦ μας μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν Θεό, ἐπειδὴ αὐτὸς συγγενεύει μαζί Του καὶ ἔτσι παρέσυρε τὴ Δύση στὴν ἄκαρπη προσπάθεια τῆς κατανόησης τοῦ ἀκατανοήτου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ὑποστηρίζουν ὅτι μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Θεὸς συνδυάζει τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο[9].

Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καταθέτει καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο μιὰ θεολογία, ὅπου ὁμολογοῦμε πὼς γνωρίζουμε πολὺ λιγότερα ἀπ’ ὅσα ἀγνοοῦμε, ὅτι τὸ καταληπτὸν τελικὰ εἶναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταφατική, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀποφατικὴ ὁδὸς γνώσεως, ὅτι ὑπάρχει τὸ μυστήριο πού, ἐνῶ δὲν κατανοεῖται, κοινωνεῖται. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του καὶ μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ὁ ὅρος «ἄκτιστες» ἀποδυναμώνει τὸ κατανοητό, ἀλλὰ δὲν ἐξασθενίζει τὸ μεθεκτό. Ἐμφανίζεται «καθὼς ἐστί» (Α΄ Ἰω. γ΄ 2), «ὁ ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιν» ὁρᾶται καὶ γιγνώσεται «δι’ ἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας– τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶ γνῶναι»[10]. Ἕνα εἶναι τελικὰ κατανοητό, ἡ ἀκατανοησία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου[11]. Ἡ προσπάθεια τῆς Δύσης νὰ διεισδύσει στὴν ἀμέθεκτη διάστασή Του, τὴν ὁδήγησε στὴ ματαιοπονία τῆς ἀπόδειξής Του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία.

Ὁ Θεός, ὅπως βιώνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ὑπερβατικὸς γιὰ τὴν δύναμή Του, εἶναι ὅμως ὑπερβατικὸς κυρίως γιὰ τὴ σοφία καὶ ἀγάπη Του. Εἶναι ὑπερούσιος, εἶναι παντέλειος∙ δὲν εἶναι ἀπόμακρος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ διαρκῶς κενούμενος γιὰ τὸν ἄνθρωπο∙ δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ σταυρούμενος ὁ Ἴδιος∙ δὲν πεθαίνουμε ἐμεῖς καὶ ζεῖ ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ πεθαίνει Ἐκεῖνος ἐν χρόνῳ γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς αἰωνίως. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ δείχνοντάς μας ὑπεροπτικὰ τὴ δύναμή Του, ἀλλὰ δίνοντάς μας τὴ δυνατότητα ὑπερβατικὰ νὰ μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τῆς ἀγάπης Του. Ἀπέναντι σ’ Αὐτὸν δὲν στεκόμαστε μὲ τὴν διάθεση νὰ μὴ μᾶς συντρίψει, ἀλλὰ μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη Του εἶναι τέτοια καὶ τόση ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν κοινωνοῦμε. Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντίπαλος ποὺ πρέπει ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐξαφανίσει. Οὔτε ἀντικείμενο ποὺ πρέπει νὰ ἀποδείξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀνακαλύψει.

Αὐτὸς ὁ Θεὸς κοινωνεῖται καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης. Ἀποκαλύπτει ὅμως τὴ σοφία Του, ὅπως καὶ τὴν ἀλήθεια Του, στοὺς «ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ». Τὴν κρύβει ἀπὸ τοὺς ἐπαιρόμενους. Ἡ ὁδὸς γι’ αὐτὴ τὴ γνώση εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀγνωσίας μας. Ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σωκράτης στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος (21d) «οὐκ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι... ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» καὶ καταλήγει ὅτι εἶναι προτιμότερη ἡ εἰλικρινὴς ἄγνοια τῆς αὐταπατούσης γνώσεως. Ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ ἀνακαλύπτονται μὲ τὴ γνώση μας, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀλήθειες ποὺ ἀποκαλύπτονται ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀποδεχόμαστε τὴν ἀγνωσία μας. Ἡ συνειδητοποιημένη αἴσθηση ἄγνοιας, ἡ ἥσυχη θέα τῆς ἐνδοτέρας ἐρήμου μας, ἡ ταπείνωση, ἀποτελεῖ «ὁδὸν ἀρίστην», προκειμένου νὰ βιώσουμε τὴν ψηλάφηση τοῦ ἄγνωστου καὶ ἀκατανόητου μυστηρίου τοῦ κόσμου μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ὁδὸς ἐγκρύπτει στὸ βάθος της μία λεπτὴ ἀπογοήτευση, διότι ἐνῶ γοητεύει καὶ ἐξάπτει τὸ ἐπιθυμητικὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπατηλὴ προσδοκία τῆς κατανόησης τοῦ κτιστοῦ κόσμου, τελικὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν παραδοχὴ τῶν ὁρίων του. Ἡ δυνατότητα πλήρους ἀνακάλυψης τοῦ φυσικοῦ κόσμου εἶναι φραγμένη. Τελικά, μποροῦμε πολὺ λιγότερα ἀπὸ ὅσα ἐπιθυμοῦμε.

Ἀντίθετα, ἡ θεολογία τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀποκρύφου καὶ ἀπορρήτου θεϊκοῦ μυστηρίου ταπεινῆς παραστάσεως τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἐπιτρέπει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχὴ στὴν ἐν ἡμῖν ἀποκάλυψη τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης δὲν ζητάει ἀπὸ τὸν διαρκῶς κενούμενο Θεὸ νὰ τοῦ φανερώνεται. Δὲν περιμένει, δὲν θέλει πολλά. Τελικά, ὅμως, τοῦ προσφέρεται γνώση πολὺ μεγαλύτερη καὶ περισσότερη ἀπὸ ὅση φαντάζεται. Τοῦ προσφέρεται ἡ «καινή» γνώση, ἡ «ἑτέρα» ἐμπειρία, τὸ «ξένον θέαμα», τοῦ προσφέρεται ὁ Θεὸς ὡς πρόσωπο.

Ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς γνώσης, στὴν ταπεινὴ συνειδητοποίηση τῶν φυσικῶν καὶ διανοητικῶν ὁρίων του. Ἡ θεολογία μπορεῖ, ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ τὸν παραλάβει, προκειμένου νὰ τὸν εἰσαγάγει στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης.

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη μᾶς ὁδηγεῖ νομοτελειακὰ στὴν ἀλήθεια τῆς ἀποφατικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀπόδειξη οὔτε μὲ τὴν ἀνακάλυψη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀποκάλυψη. Καὶ κάτι ἀκόμη. Ἡ ἐπιστήμη εἶναι γιὰ λίγους. Ὁ Θεὸς εἶναι γιὰ ὅλους. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸν ὑποκαταστήσουν. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν κατανοήσουν. Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἐπιστήμονες!  Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ...«θεολόγους»!


Σημειώσεις

[1] Claudine Guérin-Marchand: Les manipulation génetiques, p. 28, coll. “Que sais-je?” P.U.F. Paris 1997.

[2] André Boué, La médicine du fœtus, p.39, éd. Odile Jacob, Paris 1995.

[3] Δημήτρης Νανόπουλος, http://www.physics4u.gr/news/2001/nanopoulos.html

[4] Ἡλιόπουλος, Γιάννης. Ἀπὸ τὸ ἀπειροστὰ μικρὸ στὸ ἀπείρως μεγάλο. Τὰ μυστήρια τοῦ Σύμπαντος, τ. 8. Φεβρουάριος 2008, σ. 22

[5] Α΄ Κορ. ιγ΄ 12

[6] W.D. Ross, ἐκδ. 1957. Aristotelis Politica. Ὀξφόρδη: Clarendon Press. Ἀνατ. 1964.

[7] Ἀριστοτέλη, Μετὰ τὰ Φυσικά, 922α, πρώτη πρόταση.

[8] Ψάλμ. ιη΄ 1

 [9] «ἐμοὶ δοκεῖ ἵνα τῷ ληπτῷ μὲν ἕλκῃ πρὸς ἑαυτὸν (τὸ γὰρ τελέως ἄληπτον, ἀνέλπιστον καὶ ἀνεπιχείρητον), τῷ δὲ ἀλήπτῳ θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δὲ ποθῆται πλέον, ποθούμενον δὲ καθαίρῃ, καθαῖρον δὲ θεοειδὲς ἀπεργάζηται. Τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος» (Γρηγ. Θεολόγου, ὁμιλία εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος ΛΗ΄ παρ. 7, ΕΠΕ 5.44-46).

[10] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 3, 1025 A

[11] «Ἄπειρον τὸ Θεῖον καὶ ἀκατάληπτον καὶ ἓν μόνον αὐτοῦ καταληπτὸν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία αὺτοῦ» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἀκριβὴς Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως, 1,4).

Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας και Λαυρεωτικής

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, τους ετεροδόξους και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου

Γράφει ο Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης Θεολόγος Ρέθυμνο Κρήτης

Με το παρόν θα επιχειρήσω να καταθέσω τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς μου από κάποια τελικά κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Αν το πλήρωμα της Εκκλησίας, ιστορικά, επικυρώνει ή ακυρώνει εν τέλει τις αποφάσεις των Συνόδων, ίσως αποτελέσει μια μικρή συμβολή και η τοποθέτηση ενός άσημου θεολόγου από την Κρήτη. Περιττεύει να επισημάνω ότι τα παρακάτω ουδόλως βάλλουν κατά προσώπων ή θεσμών, αντιθέτως στοχεύουν αποκλειστικά στην ωφέλεια της Εκκλησίας και στη σωτηρία εαυτών και αλλήλων.
Τα κείμενα, για τα οποία προτίθεμαι να τοποθετηθώ, Θεού θέλοντος, είναι τα: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο», «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου». Προκαταβολικά εξομολογούμαι ότι τα δύο πρώτα με προβλημάτισαν, ενώ το τρίτο με ανέπαυσε.
Η Εκκλησία και το μαρτύριο του σύγχρονου ανθρώπου
Α) Το κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο» αναμφίβολα εκφράζει άριστα την ανθρωπολογική και κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας. Όμως, όχι άστοχα, ο μητροπολίτης Νιγηρίας – και εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας – Αλέξιος το χαρακτήρισε «άτολμο», ενώ γράφτηκε ότι και ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος είπε σχετικά ότι η Σύνοδος πρέπει να μιλήσει επί της ουσίας των σύγχρονων προβλημάτων και όχι μόνο θεολογικά.
Αν και το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για ποικίλες δράσεις των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, μητροπόλεων, ενοριών κ.τ.λ., όμως πρέπει να συμφωνήσω με τα παραπάνω. Ένα τέτοιο κείμενο δεν μεθιστάνει όρη, συνεπώς η δημοσίευσή του δεν αλλάζει κάτι στον πλανήτη μας.
Κατά τη γνώμη μου, μια Σύνοδος αντάξια των Οικουμενικών Συνόδων (η οποία τελικά, και θα καταξιωνόταν ως Οικουμενική από την Ιστορία), θα ήταν κάποια, που θα κατήγγελλε μία προς μία τις Πολυεθνικές Εταιρίες και τις λοιπές οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, που λυμαίνονται τον κόσμο και εξουθενώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο. Τότε θα σειόταν το στρατόπεδο του Εχθρού των ανθρώπων και τα όργανά του θα ήξεραν ότι η Εκκλησία στέκεται απέναντί τους, ενώ εκείνοι που προσπαθούν να υπερασπιστούν τους αδικημένους θα γνώριζαν ότι η Εκκλησία βρίσκεται με σοβαρότητα και τόλμη δίπλα τους.
Η Εκκλησία βέβαια θα διωκόταν, αλλά αυτό προανήγγειλε ο Χριστός: διώξεις. Εκκλησία που δεν διώκεται, πολύ φοβούμαι ότι είναι Εκκλησία συμβιβασμένη και ακίνδυνη.
Φυσικά, μια τέτοια κίνηση θα χρειαζόταν προσεκτική έρευνα από ολόκληρα επιτελεία συνεργατών, αλλά είναι εφικτό και ήδη συμβαίνει σε άλλους χώρους, εκτός της Εκκλησίας. Ας λάβουμε υπόψιν ότι αυτή την ονομαστική και συγκεκριμένη καταγγελία όλων των προσώπων, εταιριών και συνασπισμών, που κρατούν δούλους τους ανθρώπους, την πραγματοποιούν δημοσιογράφοι και κοινωνικοί ή πολιτικοί ακτιβιστές, πολλοί από τους οποίους ανήκουν σε αθεϊστικούς και αντεκκλησιαστικούς χώρους. Δυστυχώς, φοβούμαι ότι σ’ αυτό το θέμα «προάγουσιν ημάς», τολμώντας να παλέψουν για τον φτωχό, όπως τολμούσαν οι Βασίλειοι και οι Χρυσόστομοι, αλλά τολμά η σημερινή Εκκλησία;
Δηλαδή η Εκκλησία να μετατραπεί σε πολιτικό ακτιβιστή; Ναι, όσο ήταν και ο ιερός Χρυσόστομος, που απευθυνόταν καταπρόσωπο στους εκμεταλλευτές του λαού, δεν εξέδιδε γενικές (έστω και θεολογικά άρτιες) ανακοινώσεις.
Ουτοπία; Ας ελπίζουμε για την επόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, που εύχομαι να πραγματοποιηθεί σύντομα. Ας ελπίζουμε, αλλά και ας πιέζουμε.
Εκκλησία και ετερόδοξοι
Β) Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι εμφανώς γραμμένο με διπλωματικό τρόπο, ώστε να μην προσβάλει την πίστη των ορθοδόξων χριστιανών, αλλά και να μη στενοχωρήσει τους Ρωμαιοκαθολικούς και την πανσπερμία των προτεσταντικών αιρέσεων που συναπαρτίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, στο οποίο συμμετέχει και η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια Σύνοδος αντάξια των Οικουμενικών Συνόδων (και Οικουμενική τελικά), θα ήταν κάποια, που θα έλεγε σαφώς: «Εμείς, η Ορθόδοξη Εκκλησία, είμαστε η μία και μόνη Αγία Εκκλησία του Ιησού Χριστού», θα επισήμαινε και θα καταδίκαζε μία προς μία τις κακοδοξίες όλων των αιρέσεων και θα παρακαλούσε – θα ικέτευε έστω γονατιστή, με αγάπη και πόνο ψυχής – όλους τους αδελφούς μας, που είναι εγκλωβισμένοι στις πλάνες των αιρέσεων και των διαφόρων θρησκειών, να τις εγκαταλείψουν και να ενωθούν στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, «ίνα ώσιν έν» όπως ο Πατήρ με τον Υιό.
Φυσικά, οι παραπάνω δύο θέσεις (ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλησία και ότι η α΄ ή β΄ διδασκαλία μιας χριστιανικής ομάδας συνιστά πλάνη) απαιτούν τεκμηρίωση. Η τεκμηρίωση αυτή όμως, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι εύκολη. Το να μεταστραφούν οι ηγέτες κάθε αιρετικής ομάδας είναι δύσκολο (γιατί παρεμβάλλονται πολλοί παράγοντες), όμως το να αντιληφθούν την αλήθεια τα απλά μέλη αυτών των ομάδων δεν είναι ακατόρθωτο, όπως φανερώνουν οι χιλιάδες μεταστροφές ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών στην Ορθοδοξία, που παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η αποστολή της Εκκλησίας και ασφαλώς παγκοσμίως υπάρχουν θεολόγοι και ορθόδοξοι διδάσκαλοι που μπορούν, με τη βοήθεια του Θεού, να εκφράσουν την αλήθεια επαρκώς.
Το ότι η Εκκλησία «κάνει διάλογο» με τους ετεροδόξους είναι αυτονόητο και δεν νομίζω ότι χρειαζόταν καν να τονιστεί. Πάντως οι διάλογοι ασφαλώς δεν μπορεί να συνεχίζονται επ’ άπειρον χωρίς οι ετερόδοξοι να αντιλαμβάνονται και να διορθώνουν τα λάθη τους. Κάποια στιγμή, όπως ήδη έχει γραφτεί, οι διάλογοι πρέπει να απομακρυνθούν από τις ηγεσίες των αιρέσεων και να απευθυνθούν στους απλούς πιστούς.
Σημειωτέον – και συγχωρήστε με που θα το θέσω ευθέως – ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαθέτει άλλες (μη Ορθόδοξες) «αδελφές Εκκλησίες». Μία Εκκλησία ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός και όλες οι ομάδες που αποκόπτονται από αυτήν και τραβούν διαφορετικούς δρόμους αποτελούν αιρέσεις. Η Εκκλησία αγαπά τους αιρετικούς (δεν τους καίει στην πυρά, όπως ο μεσαιωνικός παπικός θεσμός) και αγωνιά για τη σωτηρία τους, γι’ αυτό και επιδιώκει την επιστροφή τους. Αυτή (πρέπει να) είναι και η αιτία για τη συμμετοχή της τους διαχριστιανικούς διαλόγους.
Για το ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός, επικαλούμαι τη μαρτυρία των πολλών ρωμαιοκαθολικών, που έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί μετά από προσεκτική και σοβαρή έρευνα των πηγών του αρχαίου χριστιανισμού, όπως ο δολοφονημένος επίσκοπος Ναζιανζού Παύλος ντε Μπαγεστέρ, οι πατέρες Σεραφείμ Μπέλ, Ραφαήλ Μπουργκ, Πλακίδας Ντεσέιγ και αναρίθμητοι άλλοι, καθώς και προτεσταντών, όπως μια ολόκληρη προτεσταντική κοινότητα στις ΗΠΑ, με χιλιάδες μέλη, που προσήλθε στην Ορθοδοξία τη δεκαετία του 1980 (βλ. την περίπτωσή στο βιβλίο του μακαριστού π. Πήτερ Γκίλκουιστ Καλώς ήλθατε στο σπίτι σας, εκδ. Δόμος) και αναρίθμητοι άλλοι από πολλές χώρες του κόσμου.
Στην Αφρική, εξάλλου, είναι γνωστό ότι ολόκληρες κοινότητες μελών των «Ανεξάρτητων Αφρικανικών Εκκλησιών» σε διάφορες χώρες μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία και αυτό αποτέλεσε τη μαγιά της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην υποσαχάρια Αφρική περί τα μέσα του 20ού αιώνα, αρχίζοντας από την Ουγκάντα και την Κένυα.
Μια ελπίδα
Γ) Την ισορροπία στο παραπάνω θέμα, κατά τη γνώμη μου, αποκαθιστά κάπως η «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» (το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, τελικό κείμενο της Συνόδου και ίσως το μόνο αναγκαίο), η οποία (εκτός από τις καίριες κοινωνικές και ανθρωπολογικές επισημάνσεις που περιέχει):
α) Διευκρινίζει ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία (…) αποτελεί την αυθεντικήν συνέχειαν της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, ως αύτη ομολογείται εις το Σύμβολον της πίστεως και βεβαιούται διά της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας. Ούτως, αισθάνεται μείζονα την ευθύνην αυτής (…) και διά την αξιόπιστον μαρτυρίαν της αληθείας προς πάντας τους ανθρώπους» (παράγρ. 2).
β) Χρησιμοποιεί τον όρο «Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία» (παράγρ. 5), όπως είναι ορθό και πρέπον, και βεβαιώνει ότι αυτή «αποτελεί την ζώσαν παρουσίαν του Χριστού εν τω κόσμω» και «την εν Χριστώ φανέρωσιν της Βασιλείας του Θεού» (παρ. 20 και επίλογος). Επίσης, δεν χαρακτηρίζει ως «Εκκλησίες» τις ποικίλες χριστιανικές κοινότητες, πράγμα που προκαλεί παρανοήσεις και δικαιολογημένα είχε καταστεί αντικείμενο διενέξεων.
γ) Μνημονεύει ως θεμέλια της ορθόδοξης πίστης και συνόδους «καθολικού κύρους», που συνεχίζουν το έργο των επτά γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, την επί αγίου Φωτίου Μεγάλη Σύνοδο (879-880) και τις επί αγίου Γρηγορίου Παλαμά Μεγάλες Συνόδους  των ετών 1341, 1351, 1368 (8η και 9η Οικουμενικές Συνόδους κατά πολλούς και κατ’ εμέ), καθώς και τις Αγίες και Μεγάλες Συνόδους των ετών 1484 (για την αποκήρυξη της ενωτικής ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας), 1638, 1642, 1672 και 1691 (για την αποκήρυξη προτεσταντικών δοξασιών) και 1872, για την καταδίκη του εθνοφυλετισμού, και συνεπώς του σημερινού εθνικισμού, ως αίρεσης (παράγρ. 3).
Εδώ θα ήθελα να υπενθυμίσω – οιονεί να προσθέσω – την Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο Θ΄, που εκδόθηκε το 1848, υπογράφεται από τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμο (Οικουμενικό Πατριάρχη), Αλεξανδρείας Ιερόθεο, Αντιοχείας Μεθόδιο και Ιεροσολύμων Κύριλλο, μαζί με τις ιερές συνόδους τους, και αποτελεί μια συντριπτική απάντηση, με σεβασμό και ευγένεια, στις πλάνες και τον τότε επεκτατισμό του παπισμού. Το βαρυσήμαντο αυτό κείμενο δημοσιεύεται και στο Διαδίκτυο.
δ)  Διευκρινίζει (παρ. 20 και επίλογος) ότι η Εκκλησία διενεργεί τους διαχριστιανικούς διαλόγους διότι «επιδεικνύει ευαισθησίαν έναντι εκείνων, οι οποίοι διέκοψαν την μετ’ αυτής κοινωνίαν και ενδιαφέρεται δι’ όσους δεν κατανοούν την φωνήν της». «Διά μέσου του διαλόγου αυτού, ο λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα την Ορθοδοξίαν και την γνησιότητα της παραδόσεως αυτής. (…) Οι διαχριστιανικοί διάλογοι ελειτούργησαν ως ευκαιρία διά την Ορθοδοξίαν, διά να αναδείξη το σέβας προς την διδασκαλίαν των Πατέρων και διά να δώση την αξιόπιστον μαρτυρίαν της γνησίας παραδόσεως της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. (…) Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας, εδραζομένη επί του ευαγγελικού μηνύματος “Έρχου και ίδε” (Ιωάν. α΄, 46), ότι “ο Θεός αγάπη εστίν” (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8)».
Ένας τελευταίος προβληματισμός: ελπίζουμε να ληφθεί σοβαρά υπόψιν οι ανωτέρω θέσεις της Εγκυκλίου και να μην επισκιαστούν από τη διπλωματική ασάφεια άλλων διατυπώσεων (σε άλλες περιστάσεις), που ίσως δεν ωφελήσουν τη σωτηρία των αδελφών μας ετεροδόξων και του κόσμου συνολικά.
Όλα τα παραπάνω, γραμμένα με πόνο, ίσως είναι σκέψεις ενός άφρονος, που σφάλλει, ευρισκόμενος μακριά από τα γεγονότα. Κατά βάθος το εύχομαι. Αν όχι, ας το κρίνουν και ας αξιοποιήσουν κάθε πιθανή σωστή θέση οι κατάλληλοι.
πηγή: nekros

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

Η ΠΙΣΤΗ, Η ΣΥΝΟΔΟΣ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

(«Διάπυρη προσευχὴ γιὰ μιὰ Πανορθόδοξη καταδίκη τῆς ἐκτροπῆς καὶ τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ».)


ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

.                  Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ φωτιὰ ποὺ ἄναψε ὁ Χριστός μας στὸν κόσμο πῆρε νὰ ἁπλώνεται σὲ ὅλη τὴν γῆ. Ἦταν πρωί, γύρω στὶς 9:00, ὅταν παράδοξη βουή, σὰν νὰ φυσοῦσε βίαιος ἄνεμος, ξάφνιασε τὴν Ἱερουσαλήμ. Δὲν ἦταν ἄνεμος. Τί ἦταν;
.           Οἱ ἄνθρωποι ξαφνιασμένοι κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ σημεῖο, ὅπου ἐντοπίστηκε ἡ βουή, τὸ Ὑπερῶο, στὸ ὁποῖο βρίσκονταν οἱ Μαθητὲς καὶ οἱ λίγοι πιστοὶ μὲ κέντρο τὴν Παναγία μας. 120 ἄνθρωποι. Τοὺς νόμισαν μεθυσμένους.
.            Ἦταν μεθυσμένοι! Ὄχι μὲ οἰνόπνευμα. Μὲ τὸ Πνεῦμα.
.            Ὅταν ἦρθε ἡ βουὴ σὰν ἀπὸ βίαιο ἄνεμο, ἄναψε φλόγες σὰν φλόγες φωτιᾶς καὶ ἄλλαξε τὰ πάντα. Ἄλλαξε τὶς καρδιές τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν τότε πιστῶν. Ἄλλαξε τὴν σκέψη τους, Ἄνοιξε τοὺς ὁρίζοντές τους. Φώτισε τὸ μέλλον. Ἑρμήνευσε τὸ παρελθόν. Ἔκανε τὸ παρόν στάδιο ἀγώνα. Ἕκανε τοὺς ψαράδες θεολόγους, τοὺς ἀδύναμους ἀνίκητους, τοὺς βωβοὺς ρήτορες, τοὺς ἀγράμματους σοφούς.
.              Ἡ πρώτη Ἑκκλησία ἔπαθε, συγκλονίστηκε. Ὁ ἐρχομός Του τὴν μέθυσε! Ἡ παρουσία Του τῆς ἔδινε ἔμπνευση, νέα ὅραση τοῦ κόσμου, ὑπέροχο νόημα ζωῆς, ἀσύλληπτη προοπτική. Ἦταν μαζί της ὁ Θεός. Ὁ ἀγαθὸς Παράκλητος τὴν ὁδηγοῦσε, κατὰ τὴν διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου, «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν».
.               Μαζί Του ἔνιωθε πανίσχυρη. Οἱ φόβοι Της ἐξαφανίστηκαν. Τὸν κόσμο δὲν τὸν αἰσθανόταν πιὰ ὡς ἀπειλή ἀλλὰ ὡς χῶρο πρὸς κατάκτηση. Στάθηκε μπροστὰ στοὺς βασιλεῖς ἄφοβη. Περιγέλασε τὶς ἀπειλές τους, δέχθηκε μὰ χαρὰ τὰ βασανιστήριά τους, ἀγκάλιασε ἀτρόμητη τὰ λιοντάρια καὶ τὶς τίγρεις. Σὲ λίγο ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας οἱ φλόγες τοῦ Πνεύματος πυρπολοῦσαν τὶς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ὁ παλαιὸς κόσμος κατέρρεε. Οἱ δαίμονες εἶχαν λυσσάξει. Ὁ σατανᾶς τους μανιασμένος ἔψηνε, τηγάνιζε, ἔπνιγε, κατασπάραζε, κομμάτιαζε, ἔγδερνε, ἔκαιγε, ξέσχιζε, ἀποκεφάλιζε τοὺς Μάρτυρες. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία δυνάμωνε, ἄλλαζε τὰ πάντα. Ἀτρόμητη!
.                      Περισσότερο τὴν ταλαιπώρησαν οἱ ὕπουλοι ἐχθροὶ ποὺ βγῆκαν μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα της, οἱ αἱρετικοί. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς μὲ τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος τοὺς κατέβαλε. Κατὰ τὶς ὑποδείξεις Του συγκρότησε Συνόδους τῶν Ἐπισκόπων Της, καὶ ἐκεῖνοι μὲ τὴν ἔμπνευσή Του διετύπωσαν μέχρι κεραίας ἀκρίβεια τὴν ἀλήθεια.
.                 Στοὺς 20 αἰῶνες ποὺ πέρασαν, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἦταν μαζί Της στὰ στάδια, στὶς Κατακόμβες, στὴν στεριὰ καὶ στὴν θάλασσα, στὶς παγωμένες λίμνες καὶ στὰ ὁρμητικὰ ποτάμια, στὶς φυλακὲς καὶ στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως.
.               Ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι μαζί Της γιὰ πάντα. Μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη Της, τοὺς πιστοὺς κάθε τόπου καὶ κάθε ἐποχῆς. Στὸ μέτρο ποὺ ὁ καθένας τους Τοῦ παραδίδει τὸν ἑαυτό του, μένει μέσα του, καθαρίζει τὴν καρδιά του, φωτίζει τὴν σκέψη του, προσεύχεται μαζί του, ἁγιάζει τὴν ὅλη ὕπαρξή του.
.                        Στὶς μέρες τοῦτες ἀγωνία συνἐχει τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀγωνία γιὰ τὸν αὐτὴ θὰ στοιχίσει στὰ βήματα τῶν Μεγάλων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ θὰ βεβαιώσει τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.
.                   Καὶ δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητη αὐτὴ ἡ ἀγωνία. Ὄχι μόνο διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἀρκετὲς Σύνοδοι ποὺ συγκλήθηκαν ὡς ἅγιες καὶ Οἰκουμενικές, κατέληξαν κακῶς καὶ ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τὶς ἀπέρριψε ὡς παράνομες καὶ προδοτικές, ἀλλὰ καὶ διότι πολλὰ στοιχεῖα δείχνουν ἀνησυχητικά.
.                 Ὀφείλουμε νὰ μιλήσουμε μὲ γλῶσσα ἀληθείας. Τιμοῦμε τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῶν ποιμένων καὶ σεβόμαστε τοὺς θεσμούς. Ὅμως ἡ ἀλήθεια βρίσκεται πάνω ἀπὸ πρόσωπα καὶ θεσμούς. Καὶ ἐμᾶς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ μᾶς γεμίζει ἀγωνία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ φοβερὴ ἐκτροπή, ποὺ ἀκολουθήθηκε κυρίως ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1960 καὶ μετά, τείνει νὰ καταστεῖ πλέον μόνιμη. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐπαινεῖται ἀντὶ νὰ καταδικάζεται.
.                Γι᾽ αὐτὸ θερμὴ ἐπιθυμία μας ἀποτελεῖ ἡ προσδοκία νἀ ὁδηγηθοῦμε πρὸς μιὰ Πανορθόδοξη καταδίκη τῆς ἐκτροπῆς καὶ τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
.           Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ περισσότερο ἀπὸ ὁποτεδήποτε ἄλλοτε διάπυτη ἀνεβαίνει ἡ προσευή μας πρὸς τὸν ἀγαθὸ Παράκλητο, «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας», νὰ πνεύσει βίαια στὶς καρδιὲς τῶν Συνοδικῶν Ἐπισκόπων, νὰ ἀλλάξει τὶς τυχὸν ἄτοπες σκέψεις τους, νὰ τοὺς ἀναδείξει ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ κατατάξει τὴν Μεγάλη Σύνοδο μεταξὺ τῶν Ἁγίων Συνόδων τῆς Πίστεώς μας.

 

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2135, 15.06.2016

Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στο υποφαινόμενο ιστολόγιο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιούμε, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσουμε.

Ευχαριστούμε