Διαδικτυακή επανάσταση εναντίον της παρακμής και της βλακείας!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Στο στέγαστρο του Ακρωτηριού

Γράφει η Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου




Περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία να ξανανοίξει ο αρχαιολογικός τόπος στο Ακρωτήρι. Εκτός από το επιστημονικό ενδιαφέρον ο χώρος έχει έναν ιδιάζοντα μυστικισμό, που θυμίζει την εκδίκηση της μούμιας στην Αίγυπτο,  αφού έχει συνδεθεί με το θάνατο, τόσο του καθηγητή Μαρινάτου, όσο και του άτυχου τουρίστα που καταπλακώθηκε από το αρχικό στέγαστρο.
δες και http://mariasot.blogspot.gr/2012/03/blog-post_09.html
Έζησα από κοντά τον πυρετό της ανακάλυψης. Τότε που το Ακρωτήρι συνδεόταν με την άσφαλτο μόνο με το χωματόδρομο και το λεωφορείο έκανε δρομολόγιο μόνο μια φορά τη βδομάδα.
Τα πρώτα δημοσιεύματα, που διαφήμιζαν με έκπληξη την ανακάλυψη μινωικού «παλατιού», κρίνοντας από την τοιχοποιία, που πηγαίναμε και θαυμάζαμε από κοντά, ενώ όλοι οι Ακρωτηριανοί άρχισαν να μιλούν για γνωστή σε αυτούς κατάσταση, αφού όχι σπάνια  σε μεγάλη περιοχή τα γαϊδούρια βούλιαζαν πέφτοντας σε «σπηλιές με πολλά κιούπια». Πρόσφατα στο
  http://kallistorwntas.blogspot.gr/  διάβασα με ενδιαφέρον την επιστολή του ιατροφιλοσόφου Ιωσήφ Δεκιγάλλα, όπου διαπιστώνουμε ότι η ύπαρξη αρχαιολογικού χώρου στο Ακρωτήρι ήταν από τότε γνωστή.
«…Εσχάτως δε γενομένων νέων ανασκαφών εν Ακρωτηρίω Θήρας, αναλώμασι μεν της Γαλλικής Κυβερνήσεως, επιμελεία δε των πολυμαθών και αξιέπαινων κ.κ. H. Gorceix και Η. Μamet ανευρέθησαν έτερα κτίρια όμοια τους εν Θηρασία αλλά τουθόπερ νομίζω πολλού λόγου άξιον εστί το εν τω γηπέδω του αξιοτίμου κ Γ. Κανακάρη, ανακαλυφθέν οίκημα, ου ο εσωτερικός τοίχος εστί κεχρισμένος εκ πηλού δι’ ασβέστου, το δε εν λόγω επίχρισμα κεχρωματισμένον δια βαφής, ερυθρού ζωηράτου χρώματος. Ευρέθησαν προς τούτοις διάφορα πήλινα αγγεία και συν αυτοίς συντρίμμτα αγγείων κεχρωματισμένων  τέχνης αρίστης και τα μάλιστα ομοιαζόντων τοις καλουμένοις Τυρρηνικοίς. Ευρέθη επι τέλους και μικρός τις εξ ορεχάλκου πριών, εκτός άλλων λίθινων εργαλείων, άτινα πάντα αποδεικνύουσι σαφώς τον πολιτισμό του ποιήσαντος ταύτα λάου….αλλα ποιος τις ο λαος ούτος;…
Το κατ’ εμέ επερειδόμενος επι των γεωλογικών γεγονότων διστάζω να πιστεύσω ότι ούτος εστίν εκ των ήδη γνωστών τη ιστορία λαών…και αν αγαθή τύχη ευρεθώσιν επιγραφαί, όπερ ου νομίζω δύσκολον, καθότι λαός τοσούτω εις τας τέχνας προβεβηκώς φαίνεται μοι απίθανον να εστερείτο πάντη γραμμάτων, τουλάχιστον ιερογλυφικών, θέλει διαλυθεί η απορία ημών.
Ευελπιστώ  δε ότι μετά το πέρας των ανωτέρω ανασκαφών, οι ειρημένοι κ. κ. Gorceix και Mamet θέλουν φωτίσει το κοινόν δια λεπτομερούς περιγραφής των ανακαλυφθέντων αντικειμένων και δι εμβριθών επ αυτών σχολίων….
1/13 Ιουν 1870
Πηγή: Περιοδικό Πανδώρα: τόμος 21 ( Απρ 1870 – Απρ. 1871) σ. 80
στον αη Νικόλα το Μαύρο Ραχίδι 1982

Για μας τους μεγαλοχωριανούς η περιοχή είναι οικεία αφού ο αη Νικόλας το Μαύρο ραχίδι ανήκει στη Μεγαλοχωριανή οικογένεια του Μπαντζάνη, έχει συνδεθεί με διηγήσεις από τα χρόνια της Κατοχής, που στο ξωκλήσι έκρυβαν από πράκτορες μέχρι ασυρμάτους και ήταν αγαπημένος προορισμός ημερήσιων εκδρομών με τα γαϊδούρια. Έτσι μετά την έναρξη των ανασκαφών συχνά πηγαίναμε καταγράφοντας τις αλλαγές από χρόνο σε χρόνο και καταλήγοντας για ψαράκι στην τότε μοναδική ταβέρνα.
εκμαγεία των κρεβατιών

Αυτό που μάγευε ήταν τ’ ότι σεργιανούσες στα σκονισμένα  στενά και κρυφοκοίταζες τη ζωή του προϊστορικού οικισμού, όπως την εγκατέλειψαν οι κάτοικοι, όπως στοργικά τη συντήρησε η καταστροφή. Θαυμάζαμε τις μπανιέρες και το τρεχούμενο νερό που τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1990 δεν είχαμε στο νησί και την πολυτέλεια των σπιτιών, που μόνο πρόσφατα χάρη στον τουρισμό γνωρίσαμε. Μας έδειχναν τον τρόπο μεταφοράς των περίφημων τοιχογραφιών και την επανάκτηση κάθε ξύλινου αντικειμένου. Οι υποτυπώδεις συνθήκες προστασίας του αρχαιολογικού τόπου συντελούσαν σε μιαν αίσθηση μαγευτικής συνέχειας. Λες και γευόμαστε το κρασί και το λάδι στα πιθάρια, λες και θα μπορούσαμε να σπείρουμε τους προϊστορικούς σπόρους, ή ν’ αναστήσουμε τους αχινούς απ’ τα κελύφη τους.


Χθες πρωτομπήκα στο νέο στέγαστρο που επιτέλους καλύπτει με όλες τις σύγχρονες προδιαγραφές την συνεχιζόμενη ανασκαφή. Πολύ τυχερή. Σχεδόν μόνη επισκέπτρια. «Ξεκινήστε από δεξιά» μου πρότειναν οι φύλακες και ακολούθησα τον ξύλινο υπερυψωμένο διάδρομο κυκλικά.  Κάτω μου πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι. Πάνω και δίπλα μου η εντυπωσιακή μοντέρνα κατασκευή να κλέβει την παράσταση. Η απογοήτευση με πονούσε.  Η μαγεία του χώρου είχε διαλυθεί. Ευτυχώς κοντά στην έξοδο βρήκα τα σκαλιά, που οδηγούν στα στενά και την πλατεία που θυμόμουν.
Η αίσθηση της Πομπηίας ζωντάνεψε επιτέλους. Επίτηδες καθυστέρησα φωτογραφίζοντας την αναλλοίωτη γνώριμη περιοχή με τα θρυμματισμένα σκαλιά, τις κοντές πόρτες και τα θαρρείς σημερινά παράθυρα. Πάντα αστειευόμαστε για το ύψος εκείνων των ανθρώπων κρίνοντας από τις πόρτες, τις μπανιέρες ή τα κρεβάτια τους. Κι έπειτα μαγεμένοι από τις ζωντανές τοιχογραφίες ταυτιζόμαστε με τις αιώνιες μορφές, γινόμαστε γοητευτικές κυρίες, παιδιά που παλεύουν ή ψαράδες της αφθονίας.
Η Σαντορίνη πάντα δοξολογούσε την αλήθεια της στιγμής κι έβγαζε τη γλώσσα στη βεβαιότητα του θανάτου. Σήμερα με την οικονομική κρίση όλη η Ελλάδα κατανόησε την ανασφάλεια κάθε αποκτήματος στην ανθρώπινη ύπαρξη. Το στέγαστρο ήταν αναγκαίο και μακάρι κάποτε η Σαντορίνη να μετατρέψει τον αρχαιολογικό χώρο του Ακρωτηριού σε μιαν έκταση ζωντανή και τεράστια, όπως στην Πομπηία.  Όσο ζω θα επισκέπτομαι ξανά και ξανά τους αρχαιολογικούς τόπους της γενέθλιας γης ιχνηλατώντας τις ρίζες και τη συνέχεια και της δικής μου ύπαρξης. Γιατί η Σαντορίνη δε θα πάψει ποτέ να με εκπλήσσει με τα πολλά της πρόσωπα.


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Η Σαντορίνη της Ελλάδα το Γιούσουρι

Γράφει η  Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Η Σαντορίνη, της Ελλάδας το Γιούσουρι. Πολύτιμη κι εύθραυστη σα μαργαριτάρι, φυλαχτό στο λαιμό του Αιγαίου κατευθείαν από της γης τα σπλάχνα, μαχαιριά στη θάλασσα.Τα κρίνα των σπιτιών της, ολάνθιστα πεταρίζουν στης άβυσσος τα χείλη. Τα κλήματα δειλά πασχίζουν να κρύψουν των φύλλων τις ελπίδες από τ’ άγριου βοριά τα χάδια. Πώς ξεμαλλιάζονται τ’ αγριολούλουδα τινάζοντας της θάλασσας τον ίδρω!! Όλα βαριά, όλα πικρά, όλα χυμούς γεμάτα, πηχτά, πνιχτά, χρώματα, σχήματα, καημοί, νοτισμένοι απ’ τ’ αγιάζι.
Πώς σμίγει γης και θάλασσα κι ουράνια στην ομίχλη! Πώς βγαίνει της ντομάτας το σκληρόπετσο ζαφείρι; Πώς ξεχειλίζει του κρασιού η κάψα και η γλύκα; Κάθε τσαμπί να στάζει θείο αίμα, κάθε ρογίτσα του θηλή της οικουμένης!
        Και η γη πλημμυρισμένη ελπίδα και η θάλασσα με υποσχέσεις τρόμου!

        Και οι κάτοικοι σφιχτοδεμένοι με τη μοίρα τους μένουν, επιμένουν, μάχονται. Οι αλλιώτικοι άνθρωποι της  Σαντορίνης, οι εκλεκτοί, οι ευλογημένοι, οι τυραγνισμένοι, οι δυνατοί. Ο περιούσιος λαός, τα παιδιά του ηφαιστείου, οι αρχιτέκτονες των πάλλευκων θολωτών σπιτιών με τα χιονάτα σκαλιά και τις αιωρούμενες αυλές, τα γαλανά πορτοπαράθυρα, που αχνίζουν τη δροσιά, το φως δεν το ξορκίζουν, τ’ αγκαλιάζουν, οι εργάτες της μαύρης αφράτης γης με τα πράσινα λαήνια για να μεθούν οι ταπεινοί, οι λάγνοι, οι μεταμορφούμενοι. Το πρωί εκκλησιά, το μεσημέρι δουλειά, το γιόμα φαγοπότι, τη νύχτα χορός, τραγούδι κι έρωτας στα σκοτεινά, φεγγερά, προστατεμένα σοκάκια. Άνθρωποι που προσκυνούν κι αμαρτάνουν, δουλεύουν κι επαναστατούν, χορεύουν και ψέλνουν, μεθούν με άγια κοινωνία κι αγιάζουν καρφωμένοι αντίκρυ στου ηφαιστείου το μυστήριο, αντιπαλεύοντας με παρρησία τον τρόμο.

Η Σαντορίνη είναι η μάνα μας. Μας γέννησε στο μεγάλο σεισμό με βόγγους και σπασμούς και ουρλιαχτά και αγωνία και τρόμο.  Είναι η πρώτη ουλή που αγγίζουμε ψαχουλεύοντας τα σκοτάδια της μνήμης μας. Πέρα απ’ αυτό, το κενό. Η ευτυχία των βαθυγάλαζων νερών που την κυκλώνουν. Μας δίδαξε το φως του κόσμου, τη δίψα για τον ουρανό, την ανθρώπινη μηδαμινότητα, τη γήινη αρπαχτικότητα, τη θεϊκή παντοδυναμία. Η Σαντορίνη σε κάνει και σκέπτεσαι, όπως σε κάνει και να τραγουδάς και να χορεύεις, ακόμη και στην εκκλησιά, προπάντων μες την εκκλησιά.
Η Σαντορίνη είναι η χώρα των θαυμάτων! Το αφράτο χώμα που τριζοβολά σε κάθε βήμα το βαραίνει ανείπωτη σιωπή. Ο αγέρας μοσκοβολά νεύματα! Τώρα, που τα μηχανάκια σαν ακρίδες μολύνουν κάθε της γωνιά, τώρα που θαρρείς και το νησί γυαλίζεται σε κάποιο παραμορφωτικό καθρέφτη, είναι καιρός, όποιος νιώθει τα μηνύματα που κροτούν ρυθμικά σαν το σφυγμό του κόσμου κάτω απ’ τα πόδια μας, ν’ αφουγκραστεί προσεχτικά.


  Ξετυλίγω το κουβάρι τις θύμισες ευλαβικά. Ας βυθιστούμε στη σκιά του χρόνου. Κάποια σπερνά στο ρημοκλήσι το πνιγμένο στ’ αμπέλια. Ο ασβέστης ματώνει, τα μανουάλια σπιθίζουν, το θυμάρι λιβάνι κι οι καρδιές γλάροι στο ρυθμό του ανέμου που βουίζει «Φως ιλαρόν».
Κάποιες εκδρομές, τότε που το νησί ήταν πλατύ, απίστευτα ευρύχωρο, που οι λυγαριές μοσκοβολούσαν και τα γαϊδούρια ήξεραν να σεργιανούν τα μονοπάτια του κάμπου και με κλειστά μάτια. Τ’ αγλιστήρι στο ξωκλήσι πάντα σε πρώτη ζήτηση στο ιερό, τα πορτάκια ανοιχτά -ποιός βέβηλος θ’ άπλωνε χέρι των αγίων;- τα κέρματα ακουμπισμένα δίπλα στο κερί κάτω από το μελαγχολικό βλέμμα του Παντοκράτορα. Θυμάμαι τη γεύση του ψευτοκεφτέ πλάι στο κύμα, τη γλύκα της ντομάτας και τη στοργική αγκαλιά της θάλασσας που μόλις αφεθείς μ’ εμπιστοσύνη στα χέρια της σε αρμενίζει καλότροπα.

Η θάλασσα γεφυρώνει το νησί με άλλες στεριές. Στην καλοκαιριά από παντού φθάνουν γνέματα από άλλους τόπους. Ολούθε νησιά κυκλώνουν τούτη την παράδοξη στεριά, λες και σκύβουν περίεργα να δουν τι θ’ απογίνει με τούτο τον αδιάκριτο γείτονα, που πότε απλώνεται και πότε μαζεύει, πότε τα σπρώχνει και πότε τα λούζει με οργισμένα σύννεφα. Οι μακρινοί μας πρόγονοι ήταν φυσικό να γίνουν ποντοπόροι. Η θάλασσα ήταν ο απέραντος γόνιμος κάμπος, που έπρεπε να οργώσουν με τα καράβια τους. Δεν ήταν πιο επικίνδυνη από μια τέτοια στεριά κι έκρυβε αμέτρητα πλούτη. Στο νησί άρχισαν να συνάζονται θησαυροί απ’ όλη την οικουμένη, ενώ το κρασί μας ζέσταινε τις απέραντες ρωσικές στέπες και φώτιζε τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες της πόλης του φωτός.
Η θάλασσα, παντοκρατόρισσα, στέφει τη στεριά με μεγαλείο, την ευλογεί. Η ανάσα της γονιμοποιεί τα σπλάχνα της. Η Σαντορίνη αδιαφορεί για τον ουρανό και τα καμώματά του. Της αρκεί το υγρό χνώτο της θάλασσας. Με αυτό ρογιάζουν τα σταφύλια, με αυτό κοκκινίζουν οι ντομάτες, με αυτό νοστιμεύει η φάβα. Τα καρπουζάκια μια γροθιά, μα πεντανόστιμα.

       Η γη στη Σαντορίνη είναι ολιγαρκής. Της φθάνει λίγο νερό και άπλετο φως. Η θάλασσα είναι άπληστη. Δεν παύει να την απειλεί, δεν παύει να τη σφιχτοδένει, δεν παύει να την προκαλεί να βυθιστεί στη γαλήνη της βαθειάς σιωπής της. Πόσα δεν την κατηγορούσαν αυτή τη θάλασσα και πόσα δεν είχαν να λένε οι παλιοί ανάμεσα στα τραγούδια, πλάι στο κύμα! Ιστορίες τρομαχτικές για λάμιες και νεράιδες και  πειρατές κι αγίους και φαντάσματα για ρουφήχτρες και δυναμίτες και σεισμούς κι εκρήξεις, για βασιλοπούλες με καλόπαιδα κι αρχόντους με διακοναραίους. Ιστορίες ερωτικές, κουτσομπολιά που γίνονται τραγούδι κι οι μαντινάδες να σεργιανούν τα στενά, στις πόρτες της εκκλησιάς να δοξολογούν τον έρωτα. Κι ο έρωτας, βαρύς καημός, να σπρώχνει σε μπελάδες. Τα βαρελότα να σημαδεύουν τις μορφονιές, που λούφαζαν στης εκκλησιάς τη σκέπη την Ανάσταση. Και οι «απαγωγές» απαραίτητος προθάλαμος του υμέναιου, αξιόπρεπη λύση στην άπροικη κόρη, ατράνταχτη απόδειξη της σιγουριάς των όρκων, που αλάθευτα πολυβολούν οι νέοι τα κορίτσια.

Θυμάμαι κείνους τους Επιτάφιους, που βγαίνοντας στη γύρα ημέρευαν τον ουρανό. Θυμάμαι πώς ριγούσαν τρομαγμένοι κάθε που διάβαζε ο παπάς «και ρύσαι ημάς από λιμού, λοιμού, ΣΕΙΣΜΟΥ, ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΜΟΥ» υπόμνηση στη μοίρα μας.
            Κάθε Ανάσταση, τέτοια ανάταση, τόση φωτοπλημμύρα! Ο «Λάζαρος» μάρτυρας του θείου δράματος, αποκαθηλώνεται για να τον γευθούμε μαζί με το αναστάσιμο σώμα Χριστού, τη μέρα όπου τα πάντα καταλύονται. Και όλο το Μέγα Σάββατο μια πάχνη ν’ αγκαλιάζει το χωριό, λιγωτική υπόσχεση πανδαισίας. Τα φουρνάκια να καπνίζουν τη βεβαιότητα της αθανασίας, ενώ η φύση ξετρελαμένη ν’ ανθοβολεί τα μωβ, τα κίτρινα, τα κόκκινα και τα γαλάζια μυριστικά, χρώματα έντονα στις απαλές πρώτες υποσχέσεις των αμπελιών μας.
Μέρες κυνηγιού, με τις «λίμνες» πανέτοιμες να συνάξουν τα διαβατάρικα, μέρες τρύγου με τον κάμπο να στενάζει από τον ιδρώτα των θνητών.
Μέρες αλωνίσματος, με τα ζώα να γυρνούν στα γεροχτισμένα αλώνια, με το λίχνισμα να υψώνεται, ξανθή βροχή, να χρυσώνει τις μαύρες πέτρες και τα ζώα ανακουφισμένα ν’ απολαμβάνουν το φρέσκο σανό.
Μέρες της ντομάτας με τα κοφίνια σε παράταξη, να πετροβολούν τα ζιζάνια τους τοίχους και οι νοικοκυρές να βάζουν τις φωνές -πιότερο από συνήθεια παρά από θυμό- έτσι κι αλλιώτικα θ’ ασβέστωναν το φράχτη.

Οι γυναίκες της Σαντορίνης είναι βασίλισσες! Δεν είναι τυχαίο πως τα παιδιά τα ξεχωρίζουν με τ’ όνομα της μάνας και όχι του κύρη τους. Οι γυναίκες είχαν τη δική τους ζωή. Κυριαρχούσαν στο σπίτι έχοντας την οικονομική διαχείριση της φαμελιάς. Οι γυναίκες είχαν την ισοτιμία και την περηφάνια των κατοίκων της θάλασσας. Την ώρα που στην ηπειρωτική Ελλάδα βαφτίζουν όλα τα παιδιά αποκλειστικά από το σόι του πατέρα, η μάνα στη Σαντορίνη έχει ατράνταχτο δικαίωμα πάνω στο πρώτο της παιδί, αν είναι κορίτσι.
Όπως παντού τίποτε δεν της χαρίστηκε. Η γυναίκα κατάκτησε αυτή την αξιόπρεπη θέση. Το εμπόριο και η ναυτιλία κρατούσαν τους άνδρες μακριά και πολλές φορές οι γυναίκες διαχειριζόντουσαν τεράστιες περιουσίες. Η ιστορική τους μνήμη ίσως να είχε περισώσει τις φανταχτερές εικόνες  από τις βενετσιάνες ρήγισσες, που αυτεξούσιες βασίλεψαν τον τόπο, την εποχή που οι τούρκοι κατακτητές της κυρίως Ελλάδας έκλειναν τις γυναίκες τους στο χαρέμι. Πάντως είναι γεγονός ότι το σπίτι του ανδρόγυνου ποτέ δεν ήταν το πατρικό και πως η νύφη δεν εξουσιαζόταν από καμιά πεθερά. Το νέο ζευγάρι είχε την ανεξαρτησία του ακόμη και στις φτωχότερες οικογένειες.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο πως από τις πρώτες επιστημόνισσες της χώρας είναι σαντορινιά. Θυμάμαι μάλιστα τον πατέρα μου να διηγείται πως σα μαθεύτηκε ότι μια από τις πρώτες φοιτήτριες της Ιατρικής (η Μαρίκα Λιβέρη) ήταν από το χωριό μας, η συντηρητική κοινωνία αναστατώθηκε. «Μα πώς επιτρέπεις στην κόρη σου να πηγαίνει εκεί, μαζί με τόσους άνδρες και να μαθαίνει τόσες προστυχιές; Γιατί δεν την κάνεις δασκάλα;» συμβούλευαν τη μητέρα της. Γιατί ακόμη και για τη Σαντορίνη, η Ιατρική ήταν αντρίκιο προνόμιο, ενώ δεν υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο στο επάγγελμα της μαμής, της νοσοκόμας ή της δασκάλας.
Όμως να μην είμαστε άδικοι. Τα κορίτσια στη Σαντορίνη, της αστικής τάξης φυσικά, μπορούσαν να μορφωθούν, έστω και αν δε χρειαζόταν να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα. Μάθαιναν το στοιχειώδες για την εποχή πιάνο, τα γαλλικά και στη ζωγραφική αναδείχθηκαν πολλά ταλέντα. Όμως κα τα κορίτσια της εργατικής τάξης δεν έμεναν άπραγα. Από μικρά ξενοδούλευαν και είχαν για πρώτο μέλημα το να δημιουργήσουν σιγά σιγά την προίκα τους. Και αυτή η προίκα μπορούσε να περιλαμβάνει κεντίδια πιο καλοδουλεμένα και από της κυράς της, γιατί ήταν πλεγμένα με αγάπη και προσδοκία.
            Η Σαντορινιά έχει μιαν έμφυτη καλαισθησία! Άλλωστε και τα μελιτίνια μας τι άλλο είναι, έξω από μιαν επίδειξη εφήμερης δόξας της λεπτοδουλειάς πάνω στο ζυμάρι; Γύρω από το φουρνάκι συνάζεται αδελφωμένος ο γυναικείος πληθυσμός. Πότε στο σπίτι της μιας και πότε στης άλλης, ανάμεσα στη ζύμη και τον πλάστη αντάλλαζαν απόψεις κι εμπειρίες και κουτσομπολιά. Γιατί όχι; Τα κουτσομπολιά είναι θαυμάσιο ψυχιατρικό φάρμακο. Κοινολογώντας τα στραβά του διπλανού, κάνεις τα στραβά μάτια στα δικά σου κουσούρια κι ημερεύεις.
Όμως όλοι σύντρεχαν τον καθένα, στην κάθε ανάγκη για λύπη ή σε χαρά. Όλοι εύκολα πρόσφεραν, από συνταγές γλυκών μέχρι λουλούδια. Όσο λιγοστό είναι το νερό τόσο λουλουδιασμένες είναι οι αυλές. Τα βασιλικά απαραίτητα, όπως κι ο δυόσμος και όλα τα χρήσιμα για την κουζίνα βότανα. Τα δέντρα συνήθως καταδικάζονται σε θάνατο μόλις πάρουν πολύ πάνω τους. Τούτο σημαίνει πως βρήκαν τη στέρνα και είναι σα να μας ρουφούν το αίμα της καρδιάς μας.
           Συνάξεις φεμινιστικές  γίνονταν και στις εκκλησιές. Κάθε άγιος πρέπει νάχει κατακάθαρο το σπιτικό του και μιας και οι αγγελικές φτερούγες δεν επαρκούν, τα γυναίκια χέρια αναλαμβάνουν τους αγίους κάτω από την προστασία τους, τις πιο πολλές φορές με ανταλλάγματα. Η σχέση των ανθρώπων της Σαντορίνης με τους αγίους είναι καθαρά σωματική. Δεν τους θεωρούν άψυχα φαντάσματα, μα ανθρώπους ζεστούς και πολύ δικούς μας.
Ήταν λοιπόν πολύ φυσική η κίνηση, που έκανε η Ουρανία Συρίγου, στον άγιο Ευθύμιο του Μεγάλου χωριού, να βουτήξει το δάχτυλό της στο καντήλι και ν’ αλείψει τα μάτια του αρχάγγελου Μιχαήλ, γιατί της φάνηκαν πονεμένα. Και οπωσδήποτε ο αρχάγγελος με τόσες ζωές που είχε κόψει, λογικό ήταν να έχει πονεμένα μάτια, όμως παράλογο ήταν ότι επακολούθησε. Περνώντας μια γριά το δειλινό, είδε τα μάτια του αγγέλου να γυαλίζουν στο μισοσκόταδο, ενώ δυο χοντρές σταγόνες κυλούσαν στα μάγουλά του.
-Θαύμα, θαύμα! Φώναξε η γριά κι αμέσως όλο το χωριό συνάχτηκε να κάνει ολονυχτία πιστεύοντας ότι έφθασε η συντέλεια του κόσμου. Και φυσικά η μικρή Ουρανία δε μπορούσε ν ομολογήσει ότι εκείνη έκανε τον αρχάγγελο να κλαίει. Άλλωστε ο Αρχάγγελος σάμπως να της χαμογελούσε συνωμοτικά, ανάμεσα στα δάκρυά του.

Η θρησκευτικότητα των σαντορινιών είναι παγανιστική. Είμαστε χριστιανοί ειδωλολάτρες.
             Η Παναγιά μας δεν είναι η απρόσωπη και μακρινή μητέρα του θεανθρώπου, μα η παρηγοριά, τ’ αποκούμπι μας. Η αγάπη μας, η καλή μας γειτόνισσα. Μπαινοβγαίνει στις αυλές, σεργιανίζει στα σοκάκια, μαυροφορεί και λαμπροστολίζεται. Το βλέμμα της που μας ακολουθεί παντού, ακουμπά πάνω μας σα χάδι, δε μας τρομοκρατεί, όπως το άγρυπνο μάτι του Παντογνώστη. Κρατά στην αγκαλιά της το Χριστό και ξέρουμε ότι σίγουρα, μ’ ένα σφίξιμο του χεριού στο μικρό του ποδαράκι θα τον πείσει για όσα της ζητάμε. Πίσω της τ’ αγοράκια, ολάκερες γενιές έκαναν τις σκανταλιές τους την ώρα που ο παπάς πρόβαλε στην Ωραία πύλη κι Αυτή ποτέ δεν τα τιμώρησε, σαν αυστηρή δασκάλα. Μήπως κι Αυτή δεν ήταν σκανταλιάρα; Τη βρήκαν μεσοπέλαγα να φέγγει σα φεγγάρι, Πράματα και θάματα ιστορούν. Πως δήθεν κάθε βράδυ ξεπόρτιζε από την εκκλησιά των αγίων Αναργύρων, που την είχαν ακουμπήσει ευλαβικά οι  πατεράδες μας, μέχρι ν’ αποφασίσουν τι να το κάνουν τέτοιο θαυμαστό εικόνισμα. Μα κείνη δεν αγαπούσε τα ψηλά. Προτίμησε τη γούβα, όπως  άλλωστε κι οι πρόγονοί μας, πούχτισαν το χωριό στη ρεματιά, σαν αμπελιά στο λάκκο της, μη μας σαρώσει ο άνεμος, μη μας ζυγώνουν πειρατές. Κι ο άνεμος μας σάρωσε κι οι πειρατές μας πήραν. Κι υψώσαμε κεφάλι κόντρα στον καιρό κόντρα στους οιωνούς της Ιστορίας, κόντρα στις εμπειρίες των πατεράδων μας.
Θυμάμαι το μεσημέρι, ώρα ιερή, ώρα φαγητού να σημαίνει ο Προφήτης και η φωνή του ν’ απλώνεται στον κάμπο, να φθάνει ως το πέλαγο, φωνή σεβαστική, προστάζει την ανάπαυση,  να κουρνιάσουμε στον ίσκιο, να γευτούμε το προσφάι και ν’ απλώσουμε το κορμί στης γης το κλινάρι.

Η γη στη Σαντορίνη τόσο πολύτιμη, που στους νεκρούς προσφέρεται μόνο σαν καθαγιασμένη σποδός. Ο νεκρός δεν έχει ανάγκη από χώμα. Το χώμα στη Σαντορίνη είναι πηγή ζωής. Χώμα πλούσιο κι αφράτο, άνυδρο κι όμως τόσο παραγωγικό, εύπλαστο κι όμως ανθεκτικό, γίνεται σπίτι ή εκκλησιά, υπόσκαφο ή στέρνα, φρούριο ή παλάτι, ανάλογα με τις πεθυμιές μας. Το χώμα μας αλαφρό κι όμως αδιαπέραστο μετακόμισε στην Αίγυπτο για να στηρίξει το μεγάλο κανάλι του Σουέζ, ευλύγιστο κι όμως άφθαρτο διατήρησε ευλαβικά τις μνήμες των προπατόρων στ’ Ακρωτήρι που στάθηκε το σάβανό τους.
Το χώμα μας, σαν κάθε χώμα είναι ανθρωποφάγο. Για να βλαστήσει πρέπει να ποτίζεται με ιδρώτα, αίμα και δάκρυ. Και η Σαντορίνη είναι η γη της οδύνης και της εγκαρτέρησης. Λένε πως η Σαντορίνη είναι η χώρα των γαιδάρων, πως έχει δηλαδή πιο πολλούς γαιδάρους από ανθρώπους. Φήμες της τουριστικής προπαγάνδας!

Κάποτε η Σαντορίνη είχε πολλά ζώα, τουλάχιστον περισσότερα από αυτοκίνητα. Και ήταν η εποχή που τα ζώα δε χρειαζόντουσαν άδεια για να σεργιανίσουν τα στενά των Φηρών και τα σκαλιά για το γυαλό ήταν χρυσαφένια από την καβαλίνα. Τότε οι αγωγιάτες δε φορούσαν μήτε στολή, μήτε παπούτσια κι ούτε τα γαϊδούρια είχαν  φανταχτερά κουδουνάκια. Ήταν η εποχή, που μετά δωδεκάωρο ταξίδι με τον σκυλοπνίχτη της αγόνου, το «Δέσποινα» ή «Παντελής», έπρεπε να μπεις στη βάρκα μες τ’ αγιάζι και τη βροχή, εξουθενωμένος από το ταξίδι και να πετύχεις τετράποδο να σ’ ανεβάσει στην πρωτεύουσα κι αν ήσουν τυχερός να πάρεις το λεωφορείο για το χωριό σου. Αν όλα αυτά τα συνοδεύσεις με τα μωρά, που κλαίνε και τις βαλίτζες που συχνά αυτοκτονούσαν μεσοπέλαγα απ’ τη απελπισιά, θάχεις μια πλήρη ρομαντική εικόνα του παρελθόντος. Ήταν τότε που η Σαντορίνη ήταν μπανάλ νησί. Ντρεπόσουν να ομολογήσεις την καταγωγή σου απ’ το νησί της ελαφρόπετρας και της φάβας, συνώνυμου του κουτόχορτου. Βέβαια ήταν η εποχή προ των «Πανθέων» που μας διαφήμισαν στο πανελλήνιο σαν το προσφορότερο πεδίον εξωσυζυγικής δράσης. Εκείνη την εποχή, αν έλεγες πως είσαι από τη Σαντορίνη σε κοίταγαν με ύφος συνενοχής. Μα οι Πανθέοι μπόρα ήταν και πέρασε. Τώρα παγκόσμια πια γινόμαστε αντικείμενα θαυμασμού μόλις δηλώσουμε τη Σαντορίνη σαν τόπο προέλευσης. Τα θαυμαστικά επιφωνήματα δίνουν και παίρνουν, λες και τους λες ότι προέρχεσαι κατ’ ευθείαν μες απ΄ τον κήπο της Εδέμ.

Η Σαντορίνη όμως ποτέ δεν ήταν παράδεισος. Αντίθετα είναι ο τόπος ο πιο κοντινός με αυτό που φανταζόμαστε για κόλαση. Δε μπορεί κανείς να ξεχάσει τα κοφίνια στα Λουβιάρικα, τα μισότυφλα απ’ το Τράχωμα παιδιά, τις ξεσπιτωμένες κοπέλες, τα ξενιτεμένα αγόρια, τους ανθρώπους, που ως χθες ζούσαν σαν δουλοπάροικοι μη κατέχοντας σπιθαμή γης. Οι ώρες του σεισμού δεν ξεχνιούνται εύκολα από όσους τις έζησαν. Στιγμές ανασφάλειας, στιγμές της εγκατάλειψης. Λες και τούτη η γόνιμη γη κουράστηκε ν’ ανθοφορεί για το χατίρι μας κι έγινε κακότροπη, αυτή που την ξέραμε καλόβολη και σπλαχνική. Θαρρείς και η θάλασσα, που μας άνοιγε τις πόρτες του κόσμου ολάκερου βάλθηκε να καταπιεί τούτη την φλούδα της στεριάς, που μένει ανυπόταχτη στην παντοδυναμία της. Θαρρείς κι ο ουρανός αρπαχτικό πουλί, με νύχια και με δόντια κατασπάραζε τα σπίτια και τις εκκλησιές, τα έργα που με τόσο κόπο οι γενιές ύψωσαν κατάντικρυ στο χρόνο.
Ο σεισμός δεν άνοιξε μόνο ρήγματα. Γεφύρωσε τις κοινωνικές ομάδες.  Ο τρόμος της ολιγαρχίας μπροστά στην απειλή ανάγκασε τους αρχόντους να ξεπουλήσουν όσο κι όσο τις περιουσίες, που πίστευαν πια άχρηστες. Κι επιτέλους οι άκληροι απόκτησαν δική τους ευλογημένη γη. Ο σεισμός έκανε τη γενιά των ανθρώπων που έμειναν στο νησί σοφότερη. Τη δίδαξε να ζει με απόλαυση την κάθε μέρα, την έμαθε να μετρά σωστά τις ανθρώπινες δυνατότητες, να διαισθάνεται τα όριά της, να σέβεται όσα βρήκε, να πιστεύει σε όσα δε μπορεί να ερμηνεύσει.

Η Σαντορίνη τώρα αλλάζει, μεταμορφώνεται. Είναι πια μια σκηνοθετημένη παράσταση στον εμπορικό μας κόσμο. Πασχίζει να ταυτισθεί με τα άλλα τουριστικά νησιά. Τα μπαρ και τα ρεστοράν πανομοιότυπα αντίγραφα των ανάλογων μαγαζιών της Ύδρας, της Μυκόνου και της Ρόδου. Τα εξωτικά κοκτέιλ έχουν την ίδια γεύση. Μπορείς να βρεις γνήσια γαλλικά κρουασάν, αμερικάνικο καφέ κι εσπρέσο, πίτσες και χάμπουργκερ και χοτ ντογκ. Δεν υπάρχουν πια μικρομάγαζα για την εξυπηρέτηση των ντόπιων. Τα καλοκαίρια που το νησί εποικίζεται με ιλιγγιώδη ρυθμό ανοίγουν τα μαγαζιά για τους ξένους. Τα κρουαζιερόπλοια με διεθνή πελατεία σταματούν να ξεφορτώσουν τους πολύχρωμους ξένους κι απ’ το στερνό τους δολάριο. Χρυσαφικά βαρύτιμα και κορδελλάκια της πεντάρας, όλα επένδυση των αναμνήσεων. Οι μ’αντρες των ζώων γίναν χορευτικά κέντρα και η αξία της γης ανέβηκε σε δυσβάσταγα επίπεδα. Η γόνιμη γη εγκαταλείφθηκε. Τ’ αμπέλια, τα φυτεμένα από τους προγόνους έγιναν χέρσα οικόπεδα. Τα πάντα άλλαξαν τιμή. Δε μετράει πια η συναισθηματική ή αισθητική αξία ενός πράγματος. Παντού μετράει το «πόσο πάει».
Οι δρόμοι γέμισαν μισόγυμνους ανθρώπους. Η αισθητική μας διαβρώνεται. Νιώθουμε την ανάγκη να μιμηθούμε τους πολλούς, να ταυτισθούμε με το πλήθος. Χάνουμε τον αυτοσεβασμό μας. Μεταμορφωνόμαστε όλο και πιο γοργά σε μαινόμενους ιερείς μιας ηδονιστικής θρησκείας.
Τα παιδιά μαθαίνουν από σχολιαρούδια να καμακώνουν το χρυσό ψάρι του Βορά. Καμαρώνουν για τις ερωτικές τους επιδόσεις. Γυμνώνουν την καρδιά τους από τη μαγεία του έρωτα για το χατίρι μιας εύκολης πρόσκαιρης ικανοποίησης. Ξέχασαν τη γλώσσα μας.   Μιλούν ακόμη και μεταξύ τους ξενικά σε μιαν αυτοσχέδια γλώσσα μορφασμών και κινήσεων κλέβοντας λέξεις απ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου. Λες και βρίσκεσαι στη Βαβέλ.
Οι εκκλησιές τις Κυριακές μάταια προσμένουν τους πιστούς να χορτάσουν τη δίψα τους  για προσευχή. Όλοι ξενυχτισμένοι στις απολαύσεις, βλαστημούν τις καμπάνες που τους ξυπνούν  τόσο πρωί. Αυτές τις υπέροχες σαντορινιές καμπάνες που θαρρείς ραμφίζουν τις έγνοιες μας, ανασαίνουν, σφύζουν, καμπάνες που σπάζουν τους ήχους σα ρόδι, να πλημμυρίσουν τ’ αυτιά ζουμερή ευτυχία. Αυτές οι καμπάνες είναι πια ανεπιθύμητες σαν πραγματικότητα, χρήσιμες μόνο σαν υπόκρουση σε κάποιο διαφημιστικό φιλμ.
Τα  που άλλοτε ήταν τόπος τιμής του κάθε αγίου, που  με δυο κόμπους ντομάτα, δυο μάτια ελιές, μια φούχτα φάβα και ποτάμι κρασί βολτάριζε αγκαλιά με τους ανθρώπους και γευόταν κι ευφραινόταν τη ματαιότητα των εγκοσμίων, τα ίδια τώρα πανηγύρια γίναν επιχειρήσεις τουριστικής ατραξιόν. Και η φιλοξενία εξατμίστηκε μόλις τα κέρδος βάρυνε τα χέρια. Το τσαμπί το σταφύλι και το ποτήρι το νερό, που άλλοτε πρόθυμα πρόσφεραν σε κάθε περαστικό, πλούσιο ή διακονιάρη, τώρα το μοσχοπουλούν σε εξωφρενικές τιμές. Και ας θυμηθείς πως κάποτε η κάμαρη του ξένου ήταν πρώτη και καλύτερη σε κάθε σπιτικό, πως τότε που το φαί ήταν μετρημένο, πάντα περίσσευε για τον ξένο, πως άνθρωπος δεν έβγαινε ατρατάριστος και από το πιο ταπεινό καλύβι, πως η φιλοξενία ήταν για τους σαντορινιούς δείγμα ανθρωπιάς και μεγαλείου.

Όλοι θα ξέρουν το ανέκδοτο με το μικρότερο από τα πολλά παιδιά που βιάστηκε ν’ αποκριθεί στη φιλοφρόνηση του καλεσμένου.
-Πρώτη φορά έφαγα τόσο καλά!!
-Μα και μεις το ίδιο!! εισπράττοντας τις συνηθισμένες υποτραπέζιες τσιμπιές της μητρικής αυστηρότητας.
         Γιατί τότε που μοιράζονταν τη μπουκιά, όλοι ένιωθαν άρχοντες προσφέροντας, ενώ σήμερα κανείς με όσα κι αν κατέχει δε σκέφτεται πως είναι αρκετά.
          Η τηλεόραση μας άνοιξε τα μάτια σε μιαν άλλη ζωή γεμάτη πολυτέλεια και ευκολία, όπου κάθε μέσον για την απόκτηση αγαθών φαίνεται θεμιτό και ο τουρισμός έκανε αυτή την κάλπικη πραγματικότητα προσιτή.
Τα παιδιά μας σταμάτησαν να φεύγουν από το νησί, μα κι έπαψαν να ζητούν να σπουδάσουν, μιας και η μόρφωση δεν τους προσφέρει υλικά κέρδη. Το νησί, που μέσα από τη φτώχια έπλασε μορφές της πανελλήνιας νόησης, τώρα κάθε καλοκαίρι εισάγει τέχνη και τεχνολογία για να τα πουλήσει στο παζάρι του τουρισμού. Τα ήθη χαλάρωσαν επικίνδυνα. Λένε πως οι διακοπές πρέπει ν’ απελευθερώνουν τον άνθρωπο από τους διάφορους πειθαναγκασμούς και αφού η ασυδοσία είναι προσοδοφόρος γιατί να μη την ανεχθούμε;

Όμως υπάρχουν πράγματα  περ’ από κάθε συναλλαγή. Υπάρχει το επίμονο βούισμα του αγέρα στα απόκρημνα βουνά, τ’ αγκίστρωμα της αμπελιάς στην ξερολιθιά. Υπάρχουν τα οργισμένα βράχια και τ’ ανθεκτικά ακρογιάλια, οι ατέλειωτες επιδρομές των κυμάτων και η προκλητική λάμψη του ουρανού. Υπάρχουν τα μηνύματα, που ακόμη δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί, γνέματα χαμένα στη σκιά του χρόνου, που σπαρταρούν σαν πουλιά στην ξώβεργα, ανυπόμονα να μας αγγίξουν. Υπάρχει η Ψυχή της Σαντορίνης.

Το ίδιο το νησί είναι ανοιχτό βιβλίο που διδάσκει τη ματαιότητα κάθε υλικής παντοδυναμίας. Τα ερείπια του Ακρωτηριού είναι μια υπενθύμιση. Ένας θαυμάσια οργανωμένος κόσμος σκεπάστηκε από την οργή της γης. Στο βράχο του Μέσα Βουνού χαραγμένα ανεξίτηλα δυσνόητα μηνύματα  μιας άλλης εποχής, που διάβηκε ανεπίστροφα. Στη Θηρασιά, στη Ρίβα, οι ψαράδες μαρτυρούν πως με το γυαλί ξεχωρίζουν μώλους και σπίτια στην καλοκαιριά, ενώ σε ορυχείο ανέτειλε η παλαιολιθική μαρτυρία. Οι Γουλάδες σε κάθε χωριό, που προκλητικά υψώνουν το ανάστημα μιλούν για περασμένα μεγαλεία, ενώ οι βυζαντινές εκκλησιές κατάφεραν να επιζήσουν χάρη στη βαθειά θρησκευτικότητα που προκαλεί ο κίνδυνος.
Τούτο το νησί, που πλέει σαν καρυδότσουφλο στην πλατειά θάλασσα κάτω από έναν ανελέητο ήλιο, έχει ζήσει τόσους αιώνες και θα ζει και όταν ο τουρισμός θα έχει πεθάνει. Οι μνήμες των ανθρώπων που κουρνιάζουν στη σκιά τρεμοπαίζουν ανυπόμονες να βγουν στο  άπλετο φως να μας συνετίσουν. Η γη βογγά έτοιμη να φανερώσει τα μυστικά της την ώρα που λατρεύουμε τα κέρδη μας.

Προσέξτε! Στήνουμε τα νεκροταφεία μας στο φρύδι της Καλντέρας για να ξορκίσουμε τον κίνδυνο. Οι νεκροί ανάλαβαν το χρέος να κρατούν αντιστήλιο στη μοίρα μας. Όμως ο καιρός κυλά ασταμάτητα. Όσο κι αν κρατάς την αναπνοή σου δε θα ξεφύγεις. Ασυγκράτητος θα σε συντρίψει. Το τσόφλι κάποτε θα ξανασπάσει και η καυτή πληγή θα ξεχύσει ξανά το μαύρο δάκρυ της στο αμέτρητο βάθος των χαλκοπράσινων νερών.
Τίποτε το ανεπανάληπτο σε αυτό τον τόπο. Κάθε βράδυ το δειλινό αργοπορεί πάνω απ’ το νησί σα φιλάρεσκη γυναίκα που παίρνει πόζες μπροστά στον καθρέφτη της. Τα χρώματα σταματούν να διαχέονται για να φυλακιστούν στους αρπαχτικούς φακούς που τα στοχεύουν. Οι περαστικοί σφιχτοδένουν τις στιγμές με χρώματα, πασχίζουν ν’ ακινητοποιήσουν το ηφαίστειο με φόντο το πορτοκάλι του ήλιου και τη σκιά του καραβιού που χαράζει τη θάλασσα. Ο χρόνος χαμογελά ειρωνικά περ’ απ’ τον ορίζοντα. Αναρωτιέμαι πώς θα βαφτίσουν την εποχή μας οι γενιές που θάρθουν; Ή μήπως δε θαρθούν; Ίσως και νάμαστε εμείς η γενιά της απώλειας.

Όμως όχι. Στη Σαντορίνη απάντησα μόλις πέρσι, ένα ζευγάρι, που για μένα θάπρεπε νάταν οι πρωτόπλαστοι της γενιάς του ηφαιστείου. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους και τα ζωντανά, χαίρονται τόσο παθιασμένα την κάθε στιγμή της ζήσης τους, αγαπιούνται παράφορα, δεμένοι με τη φυσική έλξη ισόβια, όπως εμείς μένουμε αναγκαστικά κολλημένοι στη γη χάρη στη βαρύτητα. Τι ενθουσιασμός για τη μέρα, την κάθε μέρα! Ήμουν τυχερή! Μπροστά σ’ ένα ποτήρι καλό σπιτικό σαντορινιό κρασί, ξανανακάλυψα φέτος στη Σαντορίνη, τ’ αληθινό της πρόσωπο στα μάτια των κατοίκων της.
Φοβάμαι πως τώρα οι εποχές θα γίνουν μια εναλλαγή τουριστικών περιόδων και τίποτε άλλο. Φοβάμαι, τρέμω μήπως διαβρωθεί ο πολιτισμός, που τόσες γενιές με κόπο μόρφωσαν στις ψυχές των κατοίκων αυτού του τόπου.
Η Σαντορίνη πρέπει να διδάξει τους ξένους. Είναι παράλογο να προσπαθεί να τους μιμηθεί! Στη Σαντορίνη δε ζουν άξεστοι χωριάτες. Ποτέ δεν έζησαν. Οι σαντορινιοί είναι σοφοί από την κούνια τους. Τους άγγιξεν η Μοίρα.
Γιαυτό ελπίζω. Η Σαντορίνη μου είναι στοιχιό. Είναι το Γιούσουρι. Όσο κι αν παλεύουμε να το ξεριζώσουμε, τόσο θα επιζεί και θα δυναμώνει. Γιατί η Σαντορίνη δεν είναι τόπος γεωγραφικός. Ανήκει στη χώρα των θρύλων. Έχει γίνει ένα με το όραμα της Ατλαντίδας. Είναι κι αυτή ένας Παράδεισος. Κι έτσι θα ζήσει στις ανθρώπινες εποχές. Ότι χαρτογραφείται στις ανθρώπινες καρδιές υπάρχει πέρα από τον θάνατο.

(*Η Σαντορίνη της Ελλάδα το Γιούσουρι ,από το διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα) 
Ομιλία στην τελετή βράβευσής μου από το "Σύλλογο Μεγαλοχωριτών" 8-2-1986 στον «Παρνασσό» 

*Η πρώτη φωτογραφία  με τον τότε μητροπολίτη Θήρας Παντελεήμονα και τον πρόεδρο Βίκτορα Ακύλα

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Την καμπάνα του χωριού μας...

Γράφει η  Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
Την καμπάνα του χωριού μας
 την ακούτε παιδιά
τι γλυκά σημαίνει !
ντιν ντιν νταν” 
τραγουδάμε φέτος με την εγγονή μου, κάθε που “κάνει μπουμ” η καμπάνα της Παναγίας μας! Καινούριος γιαυτήν ήχος, αφού στην Αθήνα οι καμπάνες βουλιάζουν στην κακοφωνία των τροχοφόρων.
Στο Μεγαλοχώρι, περισσότερο απ' όσο στην υπόλοιπη Σαντορίνη είμαστε δίκαια περήφανοι για τις καμπάνες μας και τον τρόπο που τις “χτυπάμε”. 
Όλες οι μεγάλες εκκλησιές (Παναγία, Αγιοι Ανάργυροι, Κοίμηση, Ζωοδόχος) έχουν καλλίφωνες παλιές καμπάνες, μεγάλης αξίας από τη Ρωσία, η οποία είχε ειδικότητα στην κατασκευή καμπανών μεγάλου μεγέθους με διαφορετικά κράματα για ανθεκτικές κατασκευές με αρμονικούς ήχους. Στην ταινία του Ταρκόφσκι “Αντρέι Ρουμπλιόφ” απεικονίζεται με κάθε λεπτομέρεια η δυσκολία της κατασκευής τέτοιων καμπανών, ενώ η σπασμένη γιγάντια καμπάνα στο Κρεμλίνο αποτελεί μνημείο τιμής στον άθλο των μαστόρων τους.

Στο Μεγαλοχώρι από παιδιά όλα τ' αγόρια συναγωνίζονται στο ποιος θα χτυπήσει καλύτερα τις καμπάνες, ενώ υπάρουν ξεχωριστοί τρόποι που υποδηλώνουν τη γιορτή, το θάνατο ή τον πανικό, ενώ και το κάθε στάδιο της κάθε ακολουθίας επισημαίνεται για να ξέρουν οι πιστοί και να βιαστούν.
Πολλοί από τους επισκέπτες ξαφνιάζονται με τη συχνότητα και το πάθος των κωδωνοκρουσιών στο νησί μας. Την εποχή που στις μεγάλες πόλεις ηλεκτρονικοί υπολογιστές καθορίζουν το ρυθμό, στο νησί μας εξακολουθούμε να σκαρφαλώνουμε στο καμπαναριό και ν' αυτοσχεδιάζουμε φτερουγίζοντας καμπανολαλιές σαν προσευχή, που σμίγουν το Θεό με τους ανθρώπους.
Αν οι τουρίστες στις ισλαμικές πόλεις ενοχλούνται με τη συχνή επίκληση του Μουεζίνη από τους πολλούς μιναρέδες, ίσως ενοχληθούν και με το δικό μας καμπανολόημα. Δεν πρέπει να το περιορίσουμε, αλλά αντίθετα να το εντάξουμε στις ατραξιόν του τόπου. Ας τις προβάλουμε στα σχετικά έντυπα επισημαίνοντας την αξία τους. Στο κάτω κάτω οι ήχοι -για όσους διαθέτουν έστω και ελάχιστη μουσική παιδεία- αξίζουν το ενθουσιώδες χειροκρότημα.
Για τους μπαρόβιους και τους ξενύχτηδες υπάρχουν και άλλες περιοχές απομονωμένες από τη ζωή των χωριών μας. Η ευλάβεια των Σαντορινιών είναι αδιαπραγμάτευτος πολιτιστικός θησαυρός, που δεν παζαρεύεται στο κυνήγι της τουριστικής εκμετάλευσης. Στο κάτω κάτω με την τράστια προβολή του νησιού απ' όλα τα τουριστικά φρούτα έχει ο μπαξές. Όσοι επιλέγουν το Μεγαλοχώρι, ας ξέρουν ότι οι καμπάνες του πάνε πακέτο με τα υπόλοιπα παραμύθια που ιστορούν οι ξεναγοί στα γκρουπ, που περιδιαβαίνουν τα στενά μας.



Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Της Σαντορίνης Θέρος

Γράφει η Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Θέρος που πέθανε. Μέρες πανηγυριών με Σπερνά, στο ξωκλήσι το πνιγμένο στ’ αμπέλια. Ο ασβέστης ματώνει, τα μανουάλια σπιθίζουν, το θυμάρι λιβάνι, κι οι καρδιές γλάροι στο ρυθμό του ανέμου «Φως ιλαρόν». Μέρες της μυρωδάτης φάβας και του πολύτιμου κρασιού. Μέρες τρύγου με τον κάμπο να στενάζει απ’ τον ιδρώτα του μούστου. Μέρες τ’ Αλωνάρη με τα ζώα υποτακτικά να γυρνούν στ’ ανεμοβούνια το γιορντάνι του μόχθου, το λίχνισμα να υψώνεται ξανθή βροχή, θυσία στη σύνεση. Μέρες της ντομάτας, με τα κοφίνια ξέχειλα ζαφειρένιους βώλους και τα καρπούζια γροθιές ν’ απειλούν τον ουρανό. Μέρες της παντοκρατόρισσας θάλασσας που με την ανάσα της γονιμοποιεί τη στεριά και την προκαλεί να βυθιστεί ξανά στη γαλήνη των σπλάχνων της. Το Ηφαίστειο μαύρο λουλούδι στην καρδιά της, μαχαίρι στη μήτρα της γης μας πονά. Στα Φηρά το γιαλό λογχίζουν θαρρετά το βλέμμα τα υποζύγια φορτωμένα μ’ ανθρώπινους καημούς, φανταχτερά μασκαρεμένα. Τα μάτια τους δακρύζουν. Λιώνει το φως κι ο αγέρας βουίζει πάντα στα συρματοπλέγματα. «Πόσο η καβάλα;» και τα 300 τόσο γλιστερά! ξανθίσαν οι μαυρόπετρες μ’ αφράτη καβαλίνα. Στη άκρη! Κατεβαίνουν ακροβατώντας οι αγωγιάτες. Ο ίδρως κόλλησε κατάσαρκα το λιγδερό τους πουκάμισο κι αυτοί γλυκοκοιτούν τις ξένες. Αν καβαλούσαν στα καπούλια τους; Πάνωθε κρέμονται οι βράχοι αγκαλιασμένοι με συκιές, σύρουν φωνή τα φαραόσυκα, ζυγιάζονται τα σπίτια να πετάξουν Ίκαροι να πατήσουν το ηφαίστειο. Τα νεκροταφεία στο φρύδι της Καλντέρας λες κι οι νεκροί κρατούν αντιστήλιο στη μοίρα. Το δειλινό αργοπορεί σα φιλάρεσκη γυναίκα. Τα χρώματα σταματούν να διαχέονται για να φυλακιστούν στους αρπαχτικούς φακούς που τα στοχεύουν. .Ο χρόνος χαμογελά ειρωνικά περ’ απ’ τον ορίζοντα. Το τσόφλι κάποτε θα ξανασπάσει κι η καυτή πληγή θα ξεχύσει ξανά το μαύρο δάκρυ της στα χαλκοπράσινα νερά. Η ομορφιά δε φυλακίζεται. Υπάρχει φευγαλέα οπτασία.. Και δεν εξαγοράζεται.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Η κληρονομιά της Σαντορίνης

                                                      
Η κληρονομιά της Σαντορίνης                 
    Γράφει η  Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου Στον ενδιαφέροντα τουριστικό οδηγό Santorini 2012-2013 περιέχεται δημοσίευμα με τίτλο «Megalochori living project Η ιστορία   ξαναγράφεται». Με έκπληξή μου παρατήρησα ότι το δημοσίευμα για το πατρογονικό χωριό μου περιορίζεται στα εγκώμια για την «αναγέννηση» που έγινε σε αυτό από τον δραστήριο πετυχημένο επιχειρηματία κ Πολ Παναγιωτόπουλο.     
    Επειδή ανήκω στη γενιά, που γνώρισε κι αγάπησε το Μεγαλοχώρι στη χειρότερη εποχή του νησιού μας θα ήθελα να επισημάνω ότι -ειδικά σήμερα που τόσο η οικονομική κρίση, όσο και οι Κασσάνδρες σεισμολόγοι απειλούν τον τουριστικό παράδεισο που με τόσο κόπο στήθηκε- πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα σφαιρικότερα.
   Το Μεγαλοχώρι το λέμε Μεγάλο, αν και είναι από τα μικρότερα χωριά της Σαντορίνης, επειδή έβγαλε μεγάλους ανθρώπους. Έτσι μας έμαθαν οι γονείς μας και έτσι αποδεικνύουν τα ιστορικά στοιχεία για όποιον κάνει τον κόπο να τα ψάξει. Επιστήμονες, ιερωμένοι, πνευματικοί ταγοί και άνθρωποι της προσφοράς γεννήθηκαν και τίμησαν αυτό το ελάχιστο χωριουδάκι.
   Ο σεισμός του 1956 κατέστρεψε και το Μεγάλο Χωριό, που στάθηκε τυχερό, γιατί άργησε να ενταχθεί στην τουριστική βιομηχανοποίηση του νησιού. Από τους πρώτους και ντόπιους επιχειρηματίες, που πίστεψαν στην ποιοτική ανάπτυξη του χωριού μας, ο Τάσος Βαρβαρήγος, ενώ ακολούθησε η ανέγερση του υψηλών προδιαγραφών Ventema, που σάρωσε την ως τότε προχειρότητα των τουριστικών καταλυμάτων. Ο Πολ Παναγιωτόπουλος είχε ένα ολοκληρωμένο προσωπικό όραμα τουριστικής αξιοποίησης του συνόλου του παραδοσιακού χωριού μας, που αξιώθηκε με τη σκληρή προσωπική του δουλειά να πραγματώσει. Όμως δεν πρέπει να μπερδεύουμε το καλό μάρκετινγκ, τις δημόσιες σχέσεις και τη διαφήμιση με την κριτική αντικειμενική άποψη.
    Επειδή στο κείμενο αναφέρεται και το όνομα του γιού μου, θα ήθελα να καταθέσω ότι η κληρονομιά των παιδιών μου δεν είναι μόνο υλική, αλλά κυρίως πνευματική, αφού μέχρι σήμερα συγκινεί όσους άγγιξε η μνήμη των γονιών μου (Νίκου και Ευαγγελίας Αρβανίτη) στις εκκλησιές και τα σχολεία του νησιού μας. Όσο για τα κτίσματα, που σήμερα απολαμβάνουμε η επιβίωσή τους οφείλεται στο γεγονός ότι οι γονείς, όπως και οι παππούδες μου (και το καταγράφω στο βιβλίο μου «ο παππούς απ’ την Οντέσα»), την εποχή που όλοι ξεπουλούσαν κοψοχρονιάς και αν και υπήρξαν ζωτικές ανάγκες, μας δίδαξαν την ιερότητα της θηραϊκής γης και κυρίως των αμπελιών της.  
   
   Η Σαντορίνη έχει επιβιώσει δυσχερέστερων οικονομικών και όχι μόνο καταστάσεων και η σοφία των Σαντορινιών ήταν ότι αγαπούσαν την κληρονομιά των προγόνων κι έμεναν σαν τις πατελίδες σφιχτά γαντζωμένοι σε αυτή την επικίνδυνη γη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
    Όμως αυτή η σοφία δεν υπακούει στους κανόνες των αγορών και μη σας κακοφαίνεται, που δε διαφημίζεται σε οποιονδήποτε τουριστικό οδηγό. Είναι η ανεκτίμητη ψυχή της Σαντορίνης και ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Στη Σαντορίνη Κάποτε. "Εκδρομή στα Αλμυρά"

Στ' Αλμυρά
Γράφει  η   Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Εκδρομή στη θάλασσα. Στ΄ Αλμυρά. Προγραμματισμένη. Με τα γαϊδούρια ντυμένα πολύχρωμα χράμια, τα χαμηλά για τις κυράδες και τα παιδιά δυο δυο ζεμένα στα σαμάρι, σελωμένοι στ' αγριομούλαρα οι άντρες με καμψίκι. Χρουτσάλιζε τ' αφράτο χώμα στο βάδισμα των ζωντανών, μοσκοβολούσαν οι λυγαριές που έκλειναν το δρόμο και γρατζουνούσαν τα πόδια των καβαλαραίων. Το καπέλο πιότερο κάψωνε τα κεφάλια μιας και εμπόδιζε τ' αγέρι ν' ανακατεύει τα μαλλιά. Το κουβεντολόι έδινε κι έπαιρνε και το τραγούδι ομαδικό, φάλτσο, ξυπνούσε τη ναρκωμένη φύση. Πού και πού κάποιος ξεπέζευε να φέρει κάνα τσαμπί σταφύλι απ' τ' αμπέλια.
-Αγουρίδα είναι καημένε, ακολουθούσαν τα σχόλια, μα από χέρι σε χέρι κι από γάιδαρο σε γάιδαρο απόμενε απ' τ' άπλυτο σταφύλι μόνο το τσάμπουρο που πετιόταν μέχρι το επόμενο. Ετρεχ' η Κανέλλα, η σκύλα του αγωγιάτη, το μύριζε, το δάγκωνε κι έπειτα κουνώντας το κεφάλι δύσπιστα το παράταγε κι έτρεχε να προφτάσει τον αφέντη της.
Ο αγωγιάτης ξυπόλυτος πορεύονταν τσιγκλώντας τα ζωντανά του πιότερο με φωνές παρά με το καμψίκι. Τα πλατειά του πόδια πετσωμένα κι ολόασπρα απ' το χώμα πατούσαν σταθερά τ' αφράτο χώμα και δεν έδειχνε να ενοχλούνται απ' τις χοντρές μαύρες πέτρες ή τ' άπειρα αγκάθια πούβρισκαν στο δρόμο τους. Από κοντά ο Μανωλάκης το στερνοπαίδι του με την τσιριχτή του φωνή διάταζε τα ζωντανά πιότερο από χαρά ν' ακούει την ίδια του τη φωνή παρά από ανάγκη. Ήταν λιγνό κουρεμένο γουλί σαν όλα τ' αγόρια με πεταχτά αυτιά, μαυριδερό, ξυπόλυτο με ολάνοιχτα πονηρά μάτια. Το κοντό φαρδύ παντελόνι του δενόταν στη μέση μ' ένα σπάγκο, ενώ από πάνω ήταν γυμνό ανυπεράσπιστο στη μανία της φλόγας τ' ουρανού, που λίγο φαινόταν να το ενοχλεί μιας και ιδρώς δε λάμπιζε στις πλάτες του.
Οι υπόλοιποι της συντροφιάς καμιά δεκαριά αθηναίοι, που χτυπούσαν αμέσως στο μάτι με τα ψάθινα καπέλα και τα φανταχτερά ρούχα τους και καμιά δεκαπενταριά ντόπιοι, οι άντρες δίχως καπέλα κι οι γυναίκες μαντηλοδεμένες. Ήταν μια παράξενη συντροφιά. Στο πλάι του ενός γαϊδουριού φορτωμένος ένας γραμμόφωνος απ' τους πρώτους φορητούς, δώρο κάποιου θειού απ' την Αμέρικα κι ένα μουλάρι βαφυφορτωμένο με τ' αναγκαία, τσίρους, ψευτοκεφτέδες, ελιές, ταραμά, ντοματάκια και προπάντων κρασί, μπόλικο κρασί σε νταμιτζάνα.
Στο ξωκλήσι ξεπέζεψαν, άγγλισαν νερό απ' το στερνάκι κι ήπιαν όλοι απ' το ντενεκάκι, άναψαν τα καντήλια, προσκύνησαν κι έπειτα ξανά με φωνές και γέλια πάνω στα ζώα για τη θάλασσα. Ο δρόμος τώρα άρχιζε να γίνεται στενός κι ανώμαλος. Δεξιόζερβα βουνά από ελαφρόπετρα έπαιρναν τρομαχτικά σχήματα. Η λευκότητα του τοπίου η αγριάδα της ακαλλιέργητης γης λούφαζε τις καρδιές.
Βαθιές σπηλιές, μυτεροί βράχοι, σχήματα παράδοξα. Όλα θύμιζαν την ύπαρξη του σεισμού, του παντοτινού κατοίκου τούτου του νησιού, τ' αληθινού του πεπρωμένου. Μπορεί τώρα να γελούσαν, να διασκέδαζαν, μπορεί να καλλιεργούσαν τη γη, ν' αυγάτιζαν το βιός τους, να έχτιζαν σπίτια, να ερωτεύονταν, να γεννοβολούσαν παιδιά, μα πάντα τόξεραν. Ολομεσίς στη θάλασσα, αγκαλιασμένο απ' τα δυο μπράτσα της στεριάς το σκοτεινό ηφαίστειο υπήρχε κει για να θυμίζει την απειλή. Κι αν έχτιζαν τα γκρεμισμένα σπίτια κι αν ξεχνούσαν τους νεκρούς και τις ζημιές, αυτό εκεί μόνιμος δυνάστης και κυρίαρχος της μοίρας τους θα επιζούσε.
Και τώρα σ' αυτό το ανώμαλο τοπίο όλοι αθέλητα το ίδιο στοχάζονταν μόλο που δεν τ' ομολογούσαν. Φιλοσοφούσαν όπως στις κηδείες. Για τη ματαιότητα της χαράς. Για την αχόρταγη δίψα της ευτυχίας. Στο τέλος δε θα μείνει τίποτε που να θυμίζει το σημερινό γιορτάσι.
Ευτυχώς εκεί στο βάθος ανάμεσα σε δυο κάθετους γκρεμούς φάνηκε η θάλασσα να μπλαβίζει μαργιόλικα χωρισμένη απ' τη λευκή στεριά με μια σειρά κατάμαυρα βραχάκια. Όλοι ανάσαναν με ανακούφιση. Ξεπέζεψαν καψωμένοι και με φωνές. Οι γυναίκες βάλθηκαν να συγυρνούν μια σπηλιά στην ελαφρόπετρα για να τακτοποιήσουν στον ίσκιο τα τρόφιμα. Οι άντρες κουβάλαγαν νερό και τα παιδιά γδύνονταν βιαστικά για να βουτήξουν.
- Μη! Καμα Βαγγέλη, δες το κοπέλι σου, ακούστηκε μια κελαριστή φωνή απ' τη σπηλιά. Μπρε Ποθητέ είσαι μουσκίδι στον ιδρώτα. Πού πααίνεις;
Μα ο Ποθητός μαζί με όλα τ' άλλα παιδιά μισόγδυτα πλατσουλούσαν στα νερά, γλιστρούσαν στις πέτρες, πήγαιναν με τα τέσσερα ώσπου να ξανοιχτούν να πλέουν.
- Βρέ από δώ. Δε βλέπετε; Από κει έχει άμμο!
Μα τα παιδιά αδιαφορούσαν για την απαλότητα της αμμουδιάς. Η αγάπη τους για τη θάλασσα έκρυβε αμάχη. Ήθελαν να την παλέψουν, να την κατακτήσουν. Οι πιο δειλοί έμεναν έξω έξω σηκώνοντας μια μια τις πέτρες ν' ανακαλύψουν πότε κάνα καβούρι, πατελίδες και κολιτσάνες, κάτι παράξενα ζωάκια, που θαρρείς και βγήκαν απ' το πάντρεμα μιας τσούχτρας και μιας πατελίδας.
-Μωρέ τσούζουν, ακούστηκε πάλι η μητρική φωνή. Κοίτα καλά μη σ' ακουμπήσουν. Μόνο με τις φούχτες να τ' αγγίζεις. Ακούς μωρέ κουζουλέ!
Ο κουζουλός δεν άκουε. Με θαμπωμένα μάτια εξερευνούσε του κόσμου το μυστήριο. Πιο κει παίζανε με το νερό κάποιοι μεγαλύτεροι κι αντιλαλούσαν οι ακτές απ' τις τσιρίδες τους. Ο Γιωργής πούχε στα βράχια τη βαρκούλα του ετοιμαζόταν να τη φουντάρει κι όλοι πρόθυμοι κυκλογύριζαν το κόκκινο χαριτωμένο πλεούμενο ελπίζοντας γι ανταμοιβή κάποια βολτούλα στη γαλανή απεραντοσύνη.
-Ενα, δυο, όπα, κυλίστηκε με χάρη σκορπίζοντας αφρό. Δυο τρεις τυχεροί απάνω κι ο Μανωλάκης του αγωγιάτη, το ζιζάνιο. Με δυο τρεις επιδέξιες κουπιές η βάρκα ξέφυγε απ' το παιδομάνι που ασθματικά κολυμπώντας με μπόλικους αφρούς πάλευε να τη φτάσει. -Μωρή Κατίνα, μη ξανοίγεσαι.
Οι γυναίκες ντροπαλές, κακοσουλούπωτες με κατάλευκα μπούτια και μαύρες κνήμες βιάζονταν να κρύψουν τη γύμνια τους στο νερό. Μόνο οι αθηναίες καθυστερούσαν με συναίσθηση της υπεροχής του κάλους τους. Αυτές και τα κοριτσόπουλα, από άγνοια του θησαυρού που εμφάνιζαν τόσο σπάταλα στα τόσα αντρικά βλέμματα που καμώνονταν πως δε βλέπουν. Οι πιο πολλές ντόπιες δεν ήξεραν μπάνιο. Στα νιάτα τους το μπάνιο ήταν ανήθικο για τα κορίτσια. Ετσι φώναζαν σε κάθε βήμα ίσαμε το γόνατο το νερό κι έπειτα ξάπλωναν μπρούμυτα αγκαλιάζοντας σφιχτά κάποιο βράχο και χτυπούσαν τα πόδια τους άτσαλα. Αυτή ήταν για δαύτες όλη κι όλη η χαρά του μπάνιου.
Ηταν κι η μικρομάνα η Αργυρώ μια νόστιμη ψιλομελάχροινη κοπελιά που μαζί με τον άντρα της κι όλες τις στοργικές νουθεσίες της παρέας πάλευε να βουτήξει τ' αχρόνιαγο μωρό στο δροσερό νερό δίχως να το κάνουν να τσιρίζει. Ξάφνου εμφανίστηκε κι η γρια Μαργαρώ μ' ένα μακρύ κομπιναιζόν και κάλτσες. Πατούσε σα μεθυσμένη στα βράχια, αρνιόταν κάθε βοήθεια και με χίλια ζόρια κατάφερε να μπεί στο νερό κάτω από τα ειρωνικά χαμόγελα των αθηναίων. Ξάπλωσε βγάζοντας ηδονικούς αναστεναγμούς και το νερό φουσκώνοντας το μακρύ κομπιναιζόν την έκανε να μοιάζει με μπαλόνι. Μα κείνη απτόητη φούσκωνε και ξεφούσκωνε τα μάγουλα μπουσουλώντας βράχο βράχο ίσαμε να φτάσει στην αμμουδιά. Εκεί ο Τίνος κι η Αθηνά οι αρραβωνιασμένοι αθηναίοι χοροπηδούσαν χέρι χέρι και κοιταγόντουσαν με σημασία.
-Μια μπάλα, βρε παιδιά. Φέρτε μια μπάλα. ξεφώνισε ο Δημήτρης, ο φοιτητής. Απ' το καλάθι η μαμά του πέταξε μια πολύχρωμη, ενώ άνοιγε μια θεόρατη ομπρέλα να καθίσει κάτω της σύμφωνα με την αξιοπρέπεια που της επέβαλε η κοινωνική της θέση, ήταν χήρα δικαστού.
-Πήγαινε χρυσό μου να παίξεις και συ, είπε στη πολύπροικη γεροντοκόρη. Να, βλέπεις, ο Δημήτρης θα σε προσέχει.
Μα η Ρηνούλα ντρεπόταν. Ήξερε το κακοφτιαγμένο σουλούπι της, ήξερε τα τόσα άτυχα συνοικέσια και φοβόταν, φοβόταν τόσο τους πειραματισμούς. Κι ο Δημήτρης με το νεανικό αθλητικό κορμί της άρεσε τόσο που σίγουρα κοντά του θάκανε κάποια γκάφα.
Όχι καλύτερα στα σίγουρα εδώ με τις γυναίκες. Κι αν της έπιανε το χέρι; Τι θάκανε αν της έπιανε το χέρι; Ήταν 26 χρονών κι όμως ακόμη κανείς δεν της είχε πιάσει το χέρι. Ήταν λιγνή. Αυτό ήταν στη μόδα. Μα ήταν και κοκκαλιάρα δίχως στήθια, με μύτη πεταχτή, μάτια πουλίσια και πηγούνι μακρουλό. Τα μαλλιά της κομμένα αλά γκαρσόν για να της κόβουν χρόνια την έδειχναν ακόμη πιο ουδέτερη φυλετικά. Υπήρχαν γυναίκες πανάσκημες, μα εκρηκτικές. Κάθε γυναίκα, σαν έχει προσωπικότητα, βρίσκει τρόπους να λάμπει. Μα η καημένη η Ρηνούλα με 26 χρόνια κλεισούρα, δίπλα σ' ένα πιάνο προσμένοντας το νυμφίο, δεν κατάφερε ν' ανακαλύψει τον εαυτό της. Η μόνη φιλολογία που διάβασε ήταν κάτι ιπποτικά μυθιστορήματα της κακιάς ώρας κι οι μόνες της γνώσεις ήταν κάτι σκόρπιες γαλλικές λεξούλες. Κι ο φοιτητής φαινόταν έξυπνος και κοσμογυρισμένος. Τι θάβρισκε να πει με τη Ρηνούλα; Πώς θάθελε να βουτήξει με τα παιδιά, να ξανοιχτεί ως τη βάρκα που μόλις διακρινόταν πια, να κολυμπά, να κολυμπά, να μη γύριζε ποτέ πίσω. Αν ήταν μόνη της... Μα τώρα ήταν πια αργά... Αρκέστηκε να παρακολουθεί τα παιχνίδια των αρραβωνιασμένων.
Ξανοίχτηκαν. Βουτούσαν κι έπειτα ξαναφαίνονταν ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Έπειτα κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της. Το μωρό, που σκουπισμένο κι ήρεμο στη σκιά κάποιου βράχου πιπιλούσε μιαν αλμυρή πετρίτσα. Η μάνα κι ο πατέρας του πλατσουρούσαν στα ρηχά θαυμάζοντας τον καρπό της ένωσής τους.
-Ώρα για φαί, φώναξε η κυρά Μαρία. Ήταν αφύσικα χοντρή δίχως μέση και τα πόδια της ήταν υδρωπικά. Έλεγαν πως έχει ελεφαντίαση, γιατί έμοιαζε σαν ελέφαντας. Η γρια Μαργαρώ πρώτη πρώτη μπουσουλώντας βγήκε στη στεριά.
-Η φάλαινα, σφύριξε μέσα απ' τα δόντια της η κυρία δικαστού. Το θέαμα φυσικά ήταν τέλεια ακαλαίσθητο καθώς το ρούχο κολλούσε στ' ασουλούπωτο κορμί της. Η Ρηνούλα απόφυγε να σχολιάσει. Κοιτούσε τις τρίχες που μαύρες φύτρωναν στα πόδια της σα βούρτσες.
-Τις ξυρίζω τόσο συχνά, συλλογίστηκε μ' αυτές είναι τόσο πολλές και βγαίνουν τόσο γρήγορα. Άγγιξε με τα δάχτυλα το πόδι της. Τσιμπούν. Πόσο τσιμπούν. Ποιος θα τις θαύμαζε αυτές τις γάμπες;
Εκείνη την ώρα πρόβαλλε σαν αναδυομένη Αφροδίτη η αρραβωνιασμένη Αθηνά. Στηριζόταν γερά στα ωραία πόδια της. Το στενό μπανιερό διέγραφε τέλεια όλες τις γραμμές του σφιχτοδεμένου κορμιού της. Οι θηλές του στήθους ερεθισμένες απ' το ψυχρό νερό διαγραφόντουσαν τέλεια. Τα μαλλιά της βρεμένα κολλούσαν στο κεφάλι και τόνιζαν πιότερο την ομορφιά του προσώπου της. Ακτινοβολούσε. Αυτό όλοι τόνοιωθαν, ακόμη και τα παιδιά που αθέλητα έτρεχαν ξωπίσω της, ακόμη και ο Ποθητός που προσφέρθηκε σβέλτος να της φέρει τα πασούμια της, μόνο για να δει το χαμόγελό της να λάμπει μόνο γι αυτόν. Ο τυχερός γαμπρός, καπετάνιος στα πλοία, ακολουθούσε περήφανα. Γεροδεμένος και ψηλός, δε θα τον έλεγες όμορφο, μα ανδροπρεπή, επίδειχνε με την αρραβωνιαστικιά την τελειότητα των επιδόσεών του. Σίγουρα όλοι οι άντρες απ' τον αγωγιάτη ως το χοντρό γερο γιατρό τον ζήλευαν. Ακόμη κι ο νιόπαντρος είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω στη όμορφη αθηναία έτσι που νευρικά η τρυφερή γυναίκα του, του πάτησε μιαν υποβρύχια τσιμπιά στο μπράτσο ενώ κοκκίνισε από ζήλεια.
Κι όμως ήταν όμορφη, γλυκιά, μα θύμιζε άκακη παιδούλα. Όλοι την αγαπούσαν, την εκτιμούσαν, μα κανείς δεν την έβλεπε πια με μάτι ερωτικό. Ήταν η ενσάρκωση της μητρότητας.
-Τουλάχιστον αυτή πρόλαβε, συλλογίστηκε η Ρηνούλα.
Ο άντρας την αγριοκοίταξε, μα σα να μετάνιωσε και βγήκε απ' το νερό κι έτσι βρεμένος τράβηξε για τη σπηλιά. Εκείνη πάλι σκουπίστηκε, πήρε στην αγκαλιά της το μωρό κι απόμεινε να χαζεύει τη θάλασσα, όπου έπλεαν τα κεφάλια των παιδιών που δεν χόρταιναν την αγκαλιά της.
-Κάθε άνθρωπος έχει λόγους νάναι απογοητευμένος, συλλογίστηκε ο φοιτητής ανταμώνοντας το σκοτεινό βλέμμα της Αργυρούλας. Κι αν εγώ δεν ποθώ την όμορφη Αθηνά είναι γιατί μου φαίνεται ψεύτικη η τελειότητά της. Τούτη τη μικρή χωριατοπούλα, ναι σίγουρα θα την αγαπούσα. Θα μπορούσα να την πλάσω στα μέτρα μου σαν Πυγμαλίωνας. Όχι όμως τη Ρηνούλα. Αυτή έχει πια σκεβρώσει, δε διορθώνεται με τίποτε. Κι έπειτα αν εξαιρέσεις τη θλίψη στα μάτια της είναι απωθητική. Τη λυπάμαι. Δε θα μπορούσα ποτέ να την αγαπήσω, ούτε και να υποκριθώ πως την αγαπώ κι ας ελπίζει μάταια η μητέρα μου.
-Δημήτρη, χρυσό μου. Έλα για φαί.
Το τραπέζι είχε απλωθεί κοινό. Ανακατεμένες οι κονσέρβες, τα ντοματάκια, οι τσίροι, οι ομελέτες και τα σφιχτά αυγά, οι ελιές και το τυρί, οι κριθαροκουλούρες και το ψωμί και το κρασί από στόμα σε στόμα με το μπουκάλι.
Οι ψαράδες της συντροφιάς ακόμη να φανούν όμως κανείς δε νοιάστηκε. Είχαν καιρό μέχρι το βράδυ. Έβαλαν το γραμμόφωνο να παίζει κι η μουσική ανακατευόταν με τις φωνές των μανάδων που μπούκωναν τα παιδιά τους ανάμεσα στα τσαλαβουτήματα.
-Βρε δεν κάνει με γεμάτο στομάχι, πάσχιζαν να τα συνετίσουν, μα δαύτα δεν έδιναν σημασία.
Οι μασέλες δούλευαν εντατικά. Όλοι πεινούσαν και διψούσαν. Το κρασί έκανε τον κύκλο της συντροφιάς απ' τα ωραία χείλη της Αθηνάς ως το φαφούτικο στόμα του αγωγιάτη. Κανείς δεν έδειξε να ενοχλείται. Το κρασί έχει σπίρτο, σκοτώνει τα μικρόβια. Άλλωστε κι όταν κοινωνάμε...
Σιγά σιγά άναβε το κέφι. Στη σπηλιά μια υγρή δροσιά γέμιζε την ατμόσφαιρα. Η σκοτεινιά ήταν ανακουφιστική μετά το τόσο άπλετο φως τ' ανοιχτού πελάου. Άρχισαν τα τραγούδια και τα χωρατά. Η γριά Μαργαρώ πούχε δεκαοχτώ παιδιά γεννήσει, άσχετα που τώρα στα γεράματα κοντά της δε βρίσκεται κανένας, διηγιόταν τις γέννες της τόσο παραστατικά που όλοι ξεκαρδιζόντουσαν.
-Σα μυριζόμουνα την ώρα μου συγύρναγα, πάστρευα, ετοίμαζα τα μωρουδιακά, έβραζα τα νερά, έδιωχνα τα παιδιά, καθόμουν σαν την κλώσα και ωχ, ωχ τόκανα τ' αυγό. Τ' αφαλόκοβα, τόπλενα, το συγύρναγα, τόβαζα στην κούνια, έτρωγα κάνα κοψίδι καπνιστό με ψωμί, γιατί κόντευα να πεθάνω απ' την πείνα μετά από τόση κούραση, θύμιαζα κι έπειτα έστελνα για τον παπά και στρωνόμουν στο κρεβάτι, γιατί ο παπάς με φοβέριζε πως ευχή δε θα μούδινε αν δε μ' έβρισκε στο κρεβάτι. Βέβαια μετά την ευχή πήγαινα στα χωράφια γιατί ποιος θα φρόντιζε για τα ζωντανά; Ο συχωρεμένος ο προκομμένος μου, που από πρέφα και κρασί άλλο δεν κάτεχε; Ο Θεός ν' αναπάψει την ψυχούλα του στον παράδεισο της πρέφας και του ποτηριού.. .
Όλοι γελούσαν. Έφταιγε και το κρασί κι η μυρουδιά της θάλασσας κι η δροσιά της σπηλιάς κι η ακτινοβολία της Αθηνάς.
-Αυτές ήταν γυναίκες! έλεγε με θαυμασμό ο γιατρός. Ενώ
σήμερα ούτε ένα παιδί δεν κρατάνε.
-Ναι, μα πόσες πέθαιναν τότε, πέταξε αντιδραστικά ο φοιτητής προκαλώντας το οργίλο μητρικό βλέμμα για την τόσην αυθάδεια.
-Και όμως, νεαρέ μου. Οι παλιοί ήταν γερά κόκκαλα. Θυμάμαι.. -Βαρβάτα τραγιά, πετάχτηκε ο αγωγιάτης που είχε αναψοκοκκινήσει. Ξέρετε πόσες φορές απαύτωνε ο....
-Χμ, χμ ξερόβηξε η κυρία δικαστού. Έχουμε και κορίτσια εδώ κι έδειξε την υπερώριμη παρθένα.
Όλοι συγκράτησαν το γέλιο που αυθόρμητα ξεπήδησε σα λόξυγκας.
Η συζήτηση είχε φτάσει σε αδιέξοδο όταν ακούστηκαν φοβερές στριγκλιές απ' τα παιδιά. Οι μανάδες πρώτες πρώτες βγήκαν αλλοπαρμένες. Ο Νικολός τραβομαλλιόταν με τον Παναγή κι η υπόλοιπη μαρίδα αναστατωμένη τους προγκούσε. Ο καπετάνιος μπήκε στη μέση και τους σήκωσε στον αέρα σα γατιά. Οι μύτες του έτρεχαν αίματα, ήταν γεμάτοι γρατζουνιές, μα δεν έδειχναν διάθεση να ηρεμήσουν. Κλωτσούσαν και χτυπούσαν τον αέρα με τις λιγνές μπουνιές τους. Ο πατέρας του Νικολού, ούτε καν είχε βγει απ' τη σπηλιά. Αμέριμνος ρουφούσε το κρασάκι του. Είχε δέκα παιδιά. Πού νάβρεις λογαριασμό, σαν έχεις να βουλώσεις με μπουκιές τόσα στόματα. Γιαυτό καλύτερα να γεμίζεις τη δική σου την κοιλιά, όταν υπάρχει τέτοια ευκαιρία.
-Παλιόπαιδα, μάλωσαν οι γυναίκες, γιατί τσακωνόσαστε σαν τα κοκόρια. Οι δράστες θαρρείς κι η γυναικεία απειλή, να τους συνέτισε, μούλωξαν κι οι σιδερένιες χερούκλες του Τίμου, χαλάρωσαν και τους απίθωσαν στη γη. Δε μιλούσαν, μόνο κοιτούσαν το χώμα.
-Αφήστε τους, είπε ο φοιτητής. Άντρες, είναι θα τα βρούνε. Η θάλασσα ήταν πήχτρα, γιαούρτι. Τίποτε δεν ξεχώριζε στην επιφάνειά της.
-Ακόμη νάρθει ο Γιωργής, είπε παραπονιάρικα η Αργυρούλα που νανούριζε το μωρό στην αγκαλιά.
-Μην κάνεις έτσι. Αφού τον ξέρεις, τι φοβάσαι; είπε ακόμη κακιωμένος ο σύζυγος. Ο Γιωργής ο ψαράς ήταν αδελφός της κι ήταν γνωστός παλληκαράς. Μπεκρούλιαζε, έκλεβε φιλιά και χάδια, δεν είχε σταθερή δουλειά κι όλοι στην οικογένεια τούχαν αδυναμία γιαυτά του τα ελαττώματα.
-Τ' ασθενικό σου το παιδί το πονάς πιότερο, έλεγε συχνά κουνώντας το κεφάλι με καημό η μάνα του.
-Πήρε και τα παιδιά. Τι τάθελε μ' αυτή την κάψα;
Ήρθε κι η αποχαύνωση του μεσημεριού. Tα γεμάτα στομάχια, το κρασί που ζέσταινε το κεφάλι, η κάψα της ουρανοκρέμαστης πυρκαγιάς. Όλοι ναρκώθηκαν. Μόνο τα παιδιά συνέχισαν με ξέσκεπα κεφάλια να πλατσουλούν στον ακίνητο καθρέφτη, να δίνουν κάποια κίνηση στο τοπίο. Κι άξαφνα κει πίσω απ τη μύτη του γιαλού ακούστηκε μια βροντή. Η Ρηνούλα αναπήδησε τρομαγμένη.
-Έβαλαν δυναμίτη, μονολόγησε η Αργυρούλα.
-Θα φάμε καλά, είπε χαμογελώντας ο άντρας της.
-Δεν είναι παράνομο; ρώτησε ο γιατρός.
-Εδώ στην ερημιά, γιατρέ μου; ρεύτηκε ο αγωγιάτης.
-Πλημμυρίζει η επιφάνεια της θάλασσας νεκρά ψάρια, παρατήρησε θλιμμένα ο φοιτητής. Συνήθως το κάνουν το βράδυ με το πυροφάνι. Είναι πιο πολλά τα θύματα τότε. Πόλεμος άνισος.
-Τι να κάνουν οι χριστιανοί αφεντικό; πετάχτηκε η γρια Μαργαρώ. Το ψωμί τους βγάζουν.
-Καταστρέφοντας, επέμεινε ο Δημήτρης.
-Όλοι λίγο πολύ έτσι το βγάζουμε, είπε η Αθηνά.
Ο Δημήτρης ξαφνιάστηκε. Λίγο έλειψε να φωνάξει.
-Ώστε έχετε φωνή και μυαλό και σκέπτεσθε, ερίτιμος θεά του έρωτος!
-Άμυαλες πράξεις που καταστρέφουν την ίδια μας την ύπαρξη. Τόσα μικρά άχρηστα πλάσματα νεκρά, για λίγα χρήσιμα ψάρια. Κι έπειτα η καθετή. Το σάρωμα κάθε ψαρίσιου σπόρου στ' ακρογιάλια. Κι αύριο οι θάλασσες θάναι νεκρές.
-Ωστόσο τούτοι δω οι άνθρωποι θα επιζήσουν, τούπε κοιτώντας τον κατάματα.
-Σιωπή, είπε ο κατεπάνιος. Κάτι δε μ' άρεσε σ' αυτό τον ήχο. Κάτι δεν πάει καλά. Ρε Παντελή, πάμε γιαλό γιαλό να δούμε.
Η μικρομάνα ανασηκώθηκε αλαφιασμένη.
-Σύρε και συ Μανωλιό τόλμησε να προτείνει, μα τ' οργισμένο βλέμμα του την έκανε να καταπιεί τις λέξεις. Αγκάλιασε το μωρό κι άρχισε να το κουνά σαν νάθελε να το κοιμήσει, μα κείνο φρεσκοξυπνημένο αντιστάθηκε κι έβαλε τα κλάματα. Αυτό ήταν αρκετό για να βουρκώσει η Αργυρούλα. Όμως κανείς δεν το πρόσεξε. Όλοι κοιτούσαν τον καπετάνιο με τον Παντελή που βάδιζαν σα να πετούσαν στην παραλία που άχνιζε. Μόνο η Ρηνούλα πρόσεξε το δάκρυ της.
-Ίσως και νάμαι καλύτερα έτσι, παρηγορήθηκε.
Ο φοιτητής δεν είχε μάτια παρά για την Αθηνά.
-Ζέστη. Θα σκάσουμε, είπε εκείνη.
-Και δε βουτάμε; της πρότεινε.
-Μην ξανοιχτήτε, φώναξε η μάνα του κι αυτός γέλασε περιφρονητικά. Ανοίχτηκαν όσο πιο βαθειά μπορούσαν. Συναγωνιζόντουσαν στις αποστάσεις μέχρι που λαχάνιαζαν και ξάπλωναν στον αφρό.
-Δε φοβάσαι; της είπε τέλος.
-Nα φοβηθώ, τι; τον ρώτησε προκλητικά.
-Ίσως υπάρχουν καρχαρίες.
-Kαι φυσικά εσύ δε θα με γλυτώσεις. Η μήπως είσαι και συ ένας καρχαρίας;
Πήρε μια βαθειάν ανάσα και βούτηξε περνώντας κάτω απ' το κορμί της έτσι που να το χαϊδεύει με το δικό του. Βρήκε στον αφρό και περίμενε την αντίδρασή της, μα κείνη είχε κιόλας εξαφανιστεί κάτω απ' το νερό κι ένοιωθε τα χέρια της να τυλίγονται στη μέση του και να προσπαθούν να τον γυμνώσουν. Βυθίστηκε κι αυτός κι είδε πως τα στήθη της ήταν κιόλας λεύτερα στο καθαρό νερό κι αστραποβολούσαν γαλανό φως. Αναδύθηκαν στόμα με στόμα, τα πόδια της τριγύρω του, τα χέρια του καρφωμένα στις σκληρές της ρόγες. Κι ενώ αρμένιζαν στην ηδονή ξάφνου εκείνη τινάχτηκε σα να τη τσίμπησε οχιά. Την κοίταξε και τα μάτια της ορθάνοιχτα δε χωρούσαν τόση φρίκη. Και τότε μόνο πρόσεξε πως κολυμπούσαν ανάμεσα σε μύρια ψόφια ψάρια, μικρά και μεγαλύτερα κι η θάλασσα είχε λεκιαστεί με κόκκινες θαμπές κηλίδες.
-Θεέ μου, ψιθύρισε ο Δημήτρης.
Πίσω της ακριβώς έβλεπε να επιπλέει ένα ανθρώπινο κορμί, ένα παιδικό κορμί, σε μια κηλίδα αίμα.
-Βγες γρήγορα, της πρότεινε.
-Όχι, είπε εκείνη ψύχραιμα. Θα βγούμε μαζί. Πλησίασαν το νεκρό κορμί και τόπιασαν απ' τα μαλλιά.
-Είναι ο Νικολάκης του αγωγιάτη, είπε η Αθηνά.
Δε στάθηκε τόσο δύσκολο να τραβήξουν το νεκρό παιδί ως τη στεριά. Δεν τους αντιστεκόταν. Πλησιάζοντας άκουσαν τα ουρλιαχτά της κυρα Μαρίας που έμοιαζε με ογκόλιθο καρφωμένο στην ακρογιαλιά.
-Κακούργε, το βλαστάρι μου.
Οι άντρες πάλευαν να συγκρατήσουν το μεθυσμένο πατέρα του, που παραπατούσε, προσπαθώντας να ορμήσει στο Γιωργή που στεκόταν ξέπνοος.
-Ήταν κακιά ώρα, μουρμούριζε ενώ η Αργυρούλα έκλαιγε με λυγμούς και το μωρό της τσίριζε διαπεραστικά. Καθώς πλησίαζαν όλοι οι άντρες βούτηξαν να βοηθήσουν. Μόνο ο γιατρός έμεινε στη στεριά.
-Θα δουλέψω αργότερα, σκέφτονταν. Σίγουρα θα μου ζητήσουν να τους τον αναστήσω.
-Μα τι έγινε; ρώτησε ο Δημήτρης.
-Έριξε το δυναμίτη, δίχως να δει πως το παιδί είχε βουτήξει στη θάλασσα, είπε ο καπετάνιος κοιτώντας την Αθηνά.
-Και τώρα; ρώτησε κείνη παρακάμπτοντας τη βουβή ερώτηση πούκρυβε το βλέμμα του.
-Θα πάει φυλακή, είπε ο καπετάνιος στο Δημήτρη. Και για το φόνο και για το δυναμίτη.
Ο Γιώργης ακούγοντάς τον άρχισε να τρέμει σαν από κάποιο εσωτερικό σεισμό.
-Όχι φυλακή, μουρμούρισε η αδελφή του. Θα τον σκοτώσει. Όμως κανείς δε φάνηκε να την προσέχει. Όλοι είχαν κυκλώσει το πτώμα του παιδιού που σχεδόν εξαφανιζόταν στη αγκαλιά της μάνας του.
-Έχεις άλλα 9 παιδιά πάσχιζαν να την παρηγορήσουν οι αθηναίες, όμως αυτό ακριβώς δυνάμωνε το μοιρολόι της.
-Και τι αξίζουν τα παιδιά; σκέφτηκε η γεροντοκόρη. Κι αυτά μονάχα βάσανα θα φέρουν.
Ο πατέρας του ήρεμος πια καθόταν στη σκιά κι έπινε το ρακί που τον κερνούσαν αδιάκοπα οι άντρες.
Ο Δημήτρης είδε το Γιώργη να μπαίνει στη βάρκα μα δεν έκανε καμιά κίνηση να τον εμποδίσει.
-Το δίκιο. Ποιο δίκιο; συλλογιζόταν. Ήταν εκδίκηση της φύσης. Κι ο Γιώργης έβαλε μυαλό ή θα το ξανακάνει μόλις τον αφήσουν λεύτερο;
Τον περίμενε να πιάσει τα κουπιά για να ξεφύγει, να κερδίσει λίγη λευτεριά, όση μπορούσε τουλάχιστον. Αντίθετα τον είδε να σκύβει στην κουπαστή. Έσυρε φωνή την ώρα που τον είδε να χαράζει με το μαχαίρι το λαιμό του με μιαν απότομη κίνηση, να γέρνει στο ρυθμό της βάρκας και να βυθίζεται στη θάλασσα.
γράφτηκε 6-1-1981
πηγή: mariasot

Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στο υποφαινόμενο ιστολόγιο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιούμε, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσουμε.

Ευχαριστούμε