Διαδικτυακή επανάσταση εναντίον της παρακμής και της βλακείας!

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη» στο Άγιο Όρος

Ένα μικρό μέρος του μεγάλου, αλλά εξαιρετικά γραμμένου, «οδοιπορικού - προσκυνήματος» του Βασίλη Λιόγκαρη δημοσιεύουμε σήμερα, με την ελπίδα πως κάποια άλλη στιγμή θα συνεχίσουμε και θα τον ακολουθήσουμε βήμα βήμα...

Καθ' οδόν στο Άγιον Όρος

«Σαν βγεις στο πηγεμό για το Άγιον Όρος να σταθείς με σεβασμό και πίστη. Θολωμένο μην έχεις το μυαλό από έγνοιες μαυλιστικές κι απόκοσμες παραπλανητικές σκέψεις. Μη σταθείς κριτικά και επικριτικά με μάτι αυστηρού δικαστή, ζητώντας λεία τελειότητα σ' έναν κόσμο τεθλασμένο.

Μην παρασυρθείς από ευτελείς παραφωνίες και παρατυπίες να βγάλεις συμπεράσματα από ήθη και συνήθειες αιώνιες που μπορείς να συνταντήσεις.

Σώμα εξασκημένο και νου καθαρό, εξαγνισμένο να 'χεις!

Έχεις να διαβείς κακοτράχαλα χιλιοχρονίτικα μονοπάτια, έχεις να δεις πράγματα ανίδωτα, έχεις να θαμάσεις.

Να 'χεις την καρδιά αγνή να μπορέσει να χωρέσει όλονε τούτο το θαμασμό.

Την ψυχή καθαρή κι αμόλευτη τη σκέψη, να μπορέσεις να δεχτείς το θείο μήνυμα και να νιώσεις την αξιοσύνη του τόπου. Των προσώπων. Των πραγμάτων. Να προσκυνήσεις.

Αλλιώς ο κόπος άδικος. Θα πεις πως πέρασα από ένα μέρος που η φύση έχει προικίσει με άπειρες ομορφιές. Και τι μ' αυτό;

Η φύση αστείρευτη πηγή απλόχερα προσφέρει τις ομορφιές της και σ' άλλους τόπους.

Τι είναι αυτό που δίνει ιδιαιτερότητα στο Άγιον Όρος; Τι είναι τούτο που το κάνει ξεχωριστό;

Πρέπει να πας και να ξαναπάς. Πρέπει μονοπάτι το μονοπάτι να γυρίσεις. Πρέπει ν' ανηφορίσεις και να κατεβείς, να κοψομεσιαστείς. Ν' αγκομαχήσεις από κούραση ή κομμένη ανάσα για λιοπύρι απάνθρωπο βασανιστικό συναντήσεις για ψιλόβροχο, για καταχνιά.

Πρέπει με τις ώρες να σταθείς στην Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα. Την Παναγιά την Τριχερούσα. Το Αξιον Εστί. Την Παναγία την Πορταΐτισσα, να γίνει μετάγγιση γνώσης και πίστης. Κι άμα τα καταφέρεις όλα αυτά, κι άμα θηκέψεις τα υπάρχοντά σου σε έγνοιες αποκοιμισμένες. Φυλακίσεις παράταιρες αισθήσεις, και άμα, είσαι έτοιμος να κινήσεις τη μεγάλη πορεία. Πρόσεξε να συλλάβεις τη σημασία, τη μεγαλοσύνη, τη μακαριότητα. Κι αν νιώσεις «εν ειρήνη», έκανες το πρώτο βήμα. Κι είναι βήμα σταθερό προσαρμογής στον τόπο, το χρόνο, τον καιρό.

- Η Ουρανούπολη είναι το τέλος ενός κόσμου και η αρχή ενός άλλου.

Ο πύργος του Προσφυρίου πανύψηλος επιβλητικός φάρος και μπούσουλας από στεριά και θάλασσα. Εφτάπατος. Στοιχειωμένος θαρρείς από φαντάσματα κι αγριοπούλια. Μια γριά Φραντζέζα λένε πως τον κατοικεί. Τετράριχτη πλακοντυμένη σκέπη. Ξύλινα μπαλκόνια ζυγιάζουνε ήχους, κρωγμές και ζάλη. Ζεματίστρες παράταιρες, χρόνια πολλά στην άκρη της θάλασσας μετράει κύματα και ξαγναντεύει τα καΐκια με τους μοναχούς στο μακρινό ταξίδι.

Να βιαστείς, γιατί το καΐκι έχει την ώρα του.

Ξέχασε πως πέρασες τον Χολομώντα, την Αρναία, τα Στάγειρα, τη Στρατονίκη, την Ιερισσό και δες τι ξανοίγεται μπροστά σου. Είσαι επισκέπτης και προσκυνητής μην το λησμονήσεις. Η προετοιμασία του μπάρκο τυπική απέριττη. Χρόνια και χρόνια το ίδιο δρομολόγι και να μπροστά θάλασσα αρυτίδωτη. Θάλασσα πράσινο γαλανό γυαλί. Καθρεφτίζονται νεράιδες πανέμορφες και γοργόνες και μόνο ο αχός της μηχανής που συνοδεύει.

Ακρογιαλιές σε επίμονη ίσα γραμμή. Και βράχοι κάτασπροι παιδεμένοι από χειμωνιάτικη αντάρα. Αντιφεγγίζονται γραμμές και σχήματα και χρώματα σωρό. Ολα τα πράσινα σωρό. Κι αρμενίζει γιαλό γιαλό. Φαίνονται οι κόκκινες κεραμιδοσκεπαστές σκεπές και οι γκρίζες σχιστόπλακες. Η χερσόνησος του Αθω στο νοτιά τραβά μέχρι που παίρνει το μάτι κι ακόμα παραπέρα. Τα πρώτα χτίσματα. Μισογκρέμισα. Χαμένα στο χρόνο. Ενας τρούλος λιγνός σαν κυπαρίσσι. Κι άλλος τρούλος. Το ίδιο λιγνός. Σύριζα ο αρσανάς. Κάτασπρος γιαλός. Κάτασπρο ξεθωριασμένο βότσαλο. Ξαπλωμένοι δυο κορμοί. Το δάσος πράσινο βαθύ. Δυο ρουφηξιές τσιγάρου δρόμος. Από δω και πέρα θα μνημονεύει στο χρόνο παμπάλαια κελιά σε μια ανελέητη επανάληψη. Σε προετοιμάζουνε να δεχτείς ή μάλλον να γνωρίσεις το μοναχικό βίο. Κι άσε τον εαυτό σου να περιπλανηθεί στη μοναξιά που διάλεξε για να λευτερωθεί. Ετσι είναι. Και μετά άλλος αρσανάς. Τρία κυπαρίσσια πανύψηλα. Κι ύστερα λιόφυτα αμπέλια.


Και να που δέχεσαι την επιρροή. Και να που η προσαρμογή σου είναι θέμα χρόνου».

Η ασκητική φυσιογνωμία του γέροντα που συνταξιδεύεις σου φάνηκε μακρινή. Ετσι απόκοσμη πελεκημένη από το χρόνο. Αυλακωμένη απ' τη στέρηση, παιδεμένη από συννεφιά. Και σαν πλησίασες χάθηκε η συννεφιά κι έλαμψε ήλιος φωτεινός ανάμεσα σε κάτασπρα γένια και μαλλιά. Σ' ένα ταγάρι στον ώμο κρεμασμένο τα υπάρχοντά του. Ετσι πράος, έτσι γαλήνιος, έτσι ξεχασμένος. Ολος προθυμία να σε φωτίσει με τη γνώση και την πείρα του.

- Τι είναι γέροντα Θεός;. Μετράει το κομποσκοίνι.

- «Αυτό που κρύβεις στην ψυχή σου παιδί μου. Είτε μικρό είναι είτε μεγάλο».

Φορά καλογέρικο σκουφί χοντροπλεγμένο. Κεντημένος κόκκινος σταυρός.

Ακλάδευτο περβόλι. Το περβόλι της Παναγιάς.

Πολιτεία θεοκρατούμενη. Θεόχτιστος θεσμός η μοναχική ζωή. Από την απόγνωση στην ελπίδα. Κι ύστερα η αναζήτηση, η έρευνα, το πάθος και η συνήθεια.

Κορόνα του η Παναγιά. Η Πλατυτέρα των Ουρανών. Σημάδι χιλιόχρονης ζωής που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ζωή πολυκύμαντη σαν όλες τις μεγάλες ζωές της Ιστορίας. Ιστορία του Ορους. Η ιστορία του ορθόδοξου μοναχισμού. Αλλόκοτη πολιτεία. Θες βυζαντινή πέστη. Θες μεσαιωνική έτσι ατόφια και αναλλοίωτη. Κάστρα τα μοναστήρια. Χωριά οι σκήτες. Σε κάθε ακρογιάλι, σε κάθε ξέφωτο, σε κάθε φαράγγι σκορπισμένα.

Ηρθε, πέρασε ο χρόνος και δεν πείραξε τίποτα. Λίγνεψε η θάλασσα να πιάσει κάβο το καΐκι.

«Η Μονή Δοχειαρίου. Ψιθυρίζει ο σεβάσμιος γέροντας». Ιδρύθηκε από τον Ευθύμιο Δοχειάρη προς τιμήν του Αγ. Νικολάου. Όπου τιμή και εξουσία κατέχει η θαυματουργός εικόνα της Θεοτόκου - Παναγιά η Γοργοϋπήκοος. Θόλοι μολυβοσκέπαστοι. Πύργος πανύψηλος εξουσιαστής. Το κυπαρίσσι πανάρχαιο, ακόμα πιο ψηλό. Οι ξαματίστρες φθαρμένες, η απλωταριά ξύλινη, πλακοστρωμένος ανήφορος οδηγεί στην πύλη του μοναστηριού.

Ο αρχοντάρης, η ψυχή του μοναστηριού, του κάθε μοναστηριού ένα πλατύ χαμόγελο να σε καλωσορίσει. Να σε φιλέψει λουκούμι και ρακί να σου απαλύνει την κούραση.

Γιαλό γιαλό πηγαίνεις. Στραφτολογάει το άσπρο βότσαλο. Ήρεμη συνύπαρξη. Σχήματα, χρώματα, όγκοι. Πλάτυνε την καρδιά σου να χωρέσει. Γίνου μάτια γιομάτος κι αυτιά και δάχτυλα. Ασήκωτη η ομορφιά σε ξεσηκώνει. Λίγο παρέκει η Μονή Ξενοφώντος. Η χαρά του γέροντα ατελείωτη. Μπορεί ώρες να σου μιλά, θέλει να ξεδώσει, θέλει να σου γεμίσει το μυαλό με ό,τι όμορφο πιστεύει. Πιο χαμηλό απ' το Δοχειάρι, έχει την άνεση στο μάκρος. Μπουκέτο από τρούλους το καθολικό. Γύρω τοιχία και πολεμίστρες και καμπαναριό. Μπαλκονάκια ξύλινα. Όλα πιο σεμνά όλα πιο λιτά. Πίσω πευκώνας και καστανιές και φλάμουρα. Δεν έχεις χρόνο να σταθείς. Ο καϊκτσής χρόνια τώρα κάνει τούτο το ταξίδι, κάθε μέρα φορτώνει, ξεφορτώνει, χάνεται. Άφησε δυο γέροντες. Το καλημαύκι ανεμίζει. Ο καιρός είναι καλός. Κοντοζυγώνει Δεκαπενταύγουστο. Η πιο μεγάλη, η πιο τρανή μέρα στο Όρος.

Και να, το καΐκι θα πιάσει τη σκάλα του Ρωσικού. Δεν είναι μοναστήρι αυτό. Πολιτεία ολάκερη, και τι να πρωτοχαρείς. Πλατάνια δίπλα στο κύμα. Κι όμως, δίπλα στο κύμα. Τινάζουνε μπόι στους τοίχους της μονής. Λιοπύρι βασανιστικό. Κι η σκιά ξεκούραση. Η βρύση θολοσκέπαστη. Η κληματαριά γλυκό κίτρινο σταφύλι. Πατωσιά από καλντερίμι. Ο κισσός φιδοσέρνεται στα τοιχία και στα δέντρα.

Ο θόλος πράσινος. Οι θόλοι πράσινοι. Πολλοί θόλοι. Πολιτεία ολάκερη σου λέω. Λιθάρια χορταριασμένα. Κυπαρίσσια σε σύναξη.

Ο Άγιος Παντελεήμονας. Είναι τ' όνομα της μονής. Τρεις χιλιάδες κελιά, μέσα κι έξω ένα γύρω. Χτίσματα ψηλά και μακριά. Σήμερα ερειπωμένα. Ακατοίκητα. Βομβαρδισμένα αγριοπούλια κουρνιάζουνε. Λιμανάκια και αποβάθρες απανωτές. Έτοιμα να δεχτούν πολλούς προσκυνητές. Ατέλειωτο το μοναστήρι. Μια καμπάνα που ζυγίζει κάπου δεκατέσσερις τόνους χαλκό. Βάλε με το νου σου καμπάνισμα. «Όταν ο καιρός είναι ούριος φτάνει ο ήχος μέχρι Σκιάθο και Αλόννησο», λέει ο γέροντας. Έργο εντυπωσιακό, αλαζονικό. Ρούσικο μπαρόκ. Αχόρταγη η ψυχή του ανθρώπου να υπηρετήσει το Θεό. Αχόρταγος ο θάνατος να δικαιώσει την ύπαρξή του.

Πας ν' αποξεχαστείς, να μη θυμάσαι. Σε τραβά η θάλασσα, σε τραβά το πλατάγισμα της μηχανής.

Αραξοβόλι της πολιτείας. Λιμάνι του Άθω η Δάφνη. Μικρολίμανο, ανοιχτό στο άγριο κύμα. Βάρκες και καΐκια και κίνηση.

Η Δάφνη ήταν κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας, την οποία αγάπησε με πάθος ο Απόλλωνας. Αυτή για να διαφυλάξει την παρθενία της κατέφυγε στον όρμο των παρθένων του Άθω. Η Δάφνη, το πρώτο στεριανό πάτημα στο Όρος και γύρισε χίλια χρόνια πίσω. Ταπεινό, ασήμαντο ψαροχώρι. Ολόγυρα στο μικρό μόλο μαζεύεται η ζωή. Βιασύνη. Ένα ανακάτωμα λαϊκοί και μοναχοί. Μικρομάγαζα. Μικρά αγιορείτικα ενθύμια. Μοσχολίβανο, εικόνες, ρακί, σάβανα, σταυρουδάκια, μπιχλιμπίδια, κάσκες οδοιπόρων, μπαστούνια. Μικρά ασήμαντα μαγερειά με φασολάδα. Καφενές με ξύλινους πάγκους κάτω από τσίγκινα στέγαστρα. Κληματαριές κι άγιο κλήμα. Μικρές γαλάζιες ορτανσίες.

Πλευρίζει στο αρσανάκι το καΐκι. Ένας κόσμος έρχεται. Ένας άλλος έτοιμος να φύγει. Ένα παλιό λεωφορείο περιμένει να φορτώσει αυτούς που ξεμπαρκάρουν. Ένας και μοναδικός δρόμος. Οι Καρυές. Πρέπει να φτάσεις στις Καρυές οπωσδήποτε. Προσκυνητής είσαι, μουσαφίρης, πρέπει να παρουσιαστείς στην Ιερά Επιστασία και να εφοδιαστείς με ειδικό συστατήριο έγγραφο που λέγεται διαμονητήριο. Με το χαρτί αυτό στην τσέπη και με κέντρο κίνησης τις Καρυές αρχίζει το οδοιπορικό σου.

Το μικρό λεωφορείο ξεκινά. Δε βρήκες θέση. Πού να βρεις; Άλλοι κρέμονται στα πλάγια. Ανηφορίζει. Αγκομαχά κι ανηφορίζει. Καταπίνει τις στροφές. Η θάλασσα καταγάλανη πλέκεται στα πόδια σου. Τα πλεούμενα σωρό. Ο δρόμος σκαλισμένα κατσάβραχα. Η βλάστηση γύρω οργιάζει. Πώς μπλέκεται έτσι η βλάστηση... Δε θα βγάλεις άκρη. Όλα τα πράσινα μαζί. Δίστρατα με ξύλινους σταυρούς και μονοπάτια. Κι αν σου βρεθεί το ξέφωτο μην παραλείψεις να δεις απόμακρη πια τη θάλασσα, στην άβυσσο χαμένη. Και τα πλεούμενα κουκκίδες ασήμαντες. Μπήκες σε δάσος πάλι και σκοτείνιασε ο ήλιος. Να βάλεις το κεφάλι μέσα απ' το παράθυρο. Κλώνοι και φυλλωσιές σου ‘χουνε θυμό. Θα μπουν να σε χτυπήσουν. Έχουνε βασίλειο κι εξουσία. Τεράστιες οξιές, αγριοκαστανιές, καρυδιές, κέδροι. Όλα τα πράσινα. Συνάμα ειρήνη και πόλεμος.

Πήρες να κατηφορίζεις. Ένιωσες πως ημέρεψε το πράσινο, ξέφωτα ανοιχτά. Πλημμύρα οι μπαχτσέδες. Νερά τρεχούμενα. Θάμνοι κι αγριόθαμνοι και φουντουκιές. Φτάνεις στις Καρυές. Όχι, δε θα πεις πως κουράστηκες. Δε φτουράει κούραση εδώ. Η λαχτάρα είναι πιότερη. Τελευταία στροφή. Πρωτοαντίκρισες την πρωτεύουσα του Όρους. Πλακοντυμένες σκεπές από γκρίζο. Κεραμιδένιες σκεπές από κόκκινο. Ψηλές καμινάδες προσαρμογή στον τόπο, στον καιρό. Λιθόστρωτα σπαρμένα αραιά σπίτια. Δίπατα. Τρίπατα. Άλλα κατοικούνται, άλλα όχι. Παμπάλαια, εγκαταλειμμένα. Σημαδεμένα από την ιστορία. Αρχοντική αγιορείτικη κοψιά κι αρχιτεκτονική. Όλα με παρεκκλήσια. Ανοιχτά παράθυρα να μπει το φως. Και τα λουλούδια στις αυλές ανθισμένα. Ξέχασε πως βρίσκεσαι στην εποχή σου. Είσαι μέσα σε μια ταινία εποχής με σημερινά ρούχα. Μεσαιωνικής εποχής. Ζεις και αναπνέεις τον αέρα της και τον τρόπο ζωής. Θηλυκό δεν υπάρχει. Ανυπαρξία. Άξιο ν' απορείς με τ' ανθισμένα ζουμπούλια και γιασεμιά. Μοσχοβολά ο αγέρας, ο φταίχτης, ο γονιμοποιός.

(Συνεχίζεται)

Επιτρέπεται η αντιγραφή και ιεραποστολική αξιοποίηση των κειμένων πού θα βρείτε εδώ, είτε ημετέρων ή αντεγραμμένων από άλλους ιστοχώρους, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από ορθόδοξα ή φιλορθόδοξα ιστολόγια με υποχρέωση την αναφορά πηγής και συγγραφέως του κειμένου και την μη περικοπή αυτού για οποιονδήποτε λόγο.Τα ανυπόγραφα άρθρα και όσα δεν αναφέρουν πηγή ανήκουν στο υποφαινόμενο ιστολόγιο.
Συνήθως οι εικόνες πού χρησιμοποιούμε, παρέχονται από την αναζήτηση google.Αν νομίζετε ότι η ανάρτηση τους θίγει δικαιώματα σας, ειδοποιήστε να τις κατεβάσουμε.

Ευχαριστούμε